ΑΠΟΨΕΙΣ

Το τέμενος της Αθήνας: υπόσχεση και επιτήρηση

Η πρόσφατη πρόταση νόμου που κατατέθηκε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος για τη δημιουργία τεμένους στον Βοτανικό, αποτελεί μία ακόμη απόπειρα του ελληνικού κράτους να ρυθμίσει μία εκκρεμότητα 120 ετών. Γιατί όμως το χτίσιμο ενός τζαμιού τυγχάνει τέτοιας προσοχής και μάλιστα για ένα τόσο μεγάλο διάστημα;

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η προσπάθεια ανέγερσης τεμένους στην Αττική ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα και είναι στενά συνδεδεμένη με τις επιδιώξεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Λίγο πριν από την επίσημη πτώχευση του Ελληνικού κράτους, ψηφίζεται νόμος, βάσει του οποίου προβλεπόταν η δημιουργία «τουρκικού τεμένους και νεκροταφείου» στον Πειραιά. Πρόθεση της κυβέρνησης Τρικούπη ήταν η καλλιέργεια σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής αυτοκρατορίας, καθώς και η εγκαθίδρυση κλίματος θρησκευτικής ελευθερίας, αντίστοιχο με εκείνο που βίωναν τότε οι Ελληνες της Κωνσταντινούπολης.

Πρόβλεψη για ανέγερση τζαμιού στην πρωτεύουσα περιλαμβάνεται και στη συνθήκη των Αθηνών (1913) που σηματοδοτεί το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων. Η Ελλάδα αποδέχεται τη συμπερίληψη ενός τέτοιου όρου, όπως εξηγεί ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Βουλή, για να πείσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία να υπογράψει τη συνθήκη και να διασφαλίσει την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή.

Είκοσι ένα χρόνια αργότερα, το ίδιο θέμα επανέρχεται στο προσκήνιο ως απόρροια της θέλησης της τότε κυβέρνησης να διαφυλάξει τα συμφέροντα των Αιγυπτιωτών. Ειδικότερα, ο νόμος 6244 του 1934 κάνει λόγο για τη θεμελίωση τεμένους και «Αιγυπτιακού ινστιτούτου» στο Αλσος Συγγρού, και έτσι η προηγηθείσα δημιουργία τεμένους και «Μουσουλμανικού ινστιτούτου» στο Παρίσι (1926) βρήκε απήχηση και στην Αθήνα. Δεκαετίες αργότερα, το 1979, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής γνωστοποιεί την πρόθεση της κυβέρνησης να ανεγείρει τζαμί στην πρωτεύουσα, κατά τη διάρκεια συνομιλιών για τις πετρελαϊκές ανάγκες της Ελλάδος με τον Σαουδάραβα βασιλιά Φαχντ.

Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι εκείνη περίπου την εποχή ένας ιμάμης ενημερώνει τον Δήμο Ζωγράφου για την πρόθεσή του να δημιουργήσει ένα χώρο λατρείας. Οι κρατικοί λειτουργοί αντιμετωπίζουν το αίτημα αυτό με εμφανή αμηχανία, τον διαβεβαιώνουν ότι οι τοπικές αρχές δεν θα του σταθούν εμπόδιο, αλλά παράλληλα του προτείνουν να δημιουργήσει έναν ελληνοαραβικό σύλλογο για να αποφύγει την περίπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία έκδοσης άδειας ευκτηρίου οίκου. Πρακτική που συνεχίζεται έως σήμερα.

Μέχρι τότε, βέβαια, ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πρωτεύουσας ήταν αρκετά περιορισμένος και η δημιουργία τζαμιού σίγουρα δεν αποτελούσε θέμα μείζονος σημασίας για το υπουργείο Εξωτερικών που χειριζόταν το θέμα. Η κατάσταση όμως άλλαξε ριζικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Η επικράτηση του μοντέλου της πολυπολιτισμικότητας στην Ευρώπη, το όραμα των Ολυμπιακών Αγώνων, η συνειδητοποίηση της μετατροπής της Ελλάδας σε χώρα υποδοχής μεταναστών, οι πιέσεις που ασκούνταν από ξένες χώρες και διεθνείς οργανισμούς και ιδίως η 11η Σεπτεμβρίου άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο το κράτος προσέγγιζε το ζήτημα. Η μελέτη των πρακτικών των συζητήσεων της Βουλής το 2001 και το 2006 καταδεικνύει την επιμονή των πολιτικών να εισάγουν αποικιοκρατικά μοντέλα διαχείρισης της μουσουλμανικής παρουσίας, με στόχο την παρουσίαση στο ελληνικό κοινό ενός βολικού Ισλάμ (λατρευτικοί χώροι σύγχρονης αισθητικής που συνυπάρχουν με μουσεία, βιβλιοθήκες, καφενεία και εστιατόρια) και την παράλληλη επιτήρηση μεταναστών μέσω της αρχιτεκτονικής, τον φόβο τους για ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα και την αφελή πίστη πολλών ότι η ανέγερση ενός μονάχα τζαμιού στην Αθήνα θα καλύψει τις θρησκευτικές ανάγκες όλων των μουσουλμάνων και θα οδηγήσει στον περιορισμό των υπαρχόντων χώρων λατρείας. Ο κρατικός φόβος γίνεται έτσι η κινητήριος δύναμη για την ανάληψη πρωτοβουλιών.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτή. Ο κύριος Καλαντζής, αποκαλύπτει (Καθημερινή 6/8/2011) ότι το κράτος θα καλύψει τα έξοδα κατασκευής του τεμένους, θα διορίζει τους ιμάμηδες και θα προσδιορίζει τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, ώστε να το διατηρεί υπό τον πλήρη έλεγχό του. Οπως λέει, «όποιος πληρώνει είναι και νοικοκύρης». Γιατί όμως οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών μπαίνουν σε τόσο κόπο, εάν δεν πίστευαν ότι το Ισλάμ αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο; Γιατί δεν ένιωσαν την ίδια ανάγκη να τοποθετήσουν τοποτηρητές στους χώρους λατρείας των Καθολικών;

Δυστυχώς, τα θλιβερά γεγονότα στη Νορβηγία δεν έχουν πείσει ακόμα για το αυτονόητο: η παραφροσύνη δεν αποτελεί προνόμιο των φανατικών μιας μονάχα θρησκείας. Αν ποτέ χτιστεί το τζαμί της Αθήνας, ας γίνει με αγαθές προθέσεις, παράλληλη απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης ευκτηρίων οίκων, και πάνω από όλα χωρίς μισόλογα και υπονοούμενα για την ασφάλειά μας.

* Ο δρ Δημήτρης Αντωνίου είναι ερευνητικός εταίρος στον Τομέα Βυζαντινών και Νέων Ελληνικών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.