ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν πανηγυρίζουμε για τα αυτονόητα…

Οι πολιτικοί μας ταγοί μάς έφεραν στο σημείο να πανηγυρίζουμε ακόμη και όταν συντελούνται τα αυτονόητα. Αυτό συμβαίνει με την «επιτευχθείσα» συναίνεση των αστικών μας κομμάτων στην τελευταία(;) εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Ασφαλώς, δε, το γεγονός αυτό πιστοποιεί το είδος της «εμπιστοσύνης», με την οποία οι πολίτες αντιμετωπίζουν την πολιτική συμπεριφορά των κομμάτων μας σε μείζονα θέματα, όπως είναι η Παιδεία. Αλήθεια, έχουν ποτέ προβληματισθεί τα επιτελεία, ιδίως των δύο μεγάλων κομμάτων, τι γνώμη έχει σχηματίσει ο απλός πολίτης για τη διαχρονική στάση και τη «συνεισφορά» τους στο μείζον αυτό ζήτημα; Στη διάρκεια της μεταπολιτεύσεως έχουν γίνει περίπου δέκα εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, στις οποίες δεν υπήρξε διακομματική, αλλά ούτε… εσωκομματική συναίνεση. Η εκάστοτε αντιπολίτευση αντιτασσόταν δυναμικά στις επιλογές της «αντιπάλου» κυβερνήσεως και κατά κανόνα διεκήρυσσε ότι θα ανατρέψει τη μεταρρύθμιση, μόλις αναλάβει την εξουσία. Υπήρξαν δε και αρκετές περιπτώσεις, που ο «νέος» υπουργός ανέτρεπε τις μεταρρυθμιστικές επιλογές του προκατόχου του, της ίδιας κυβέρνησης, προκειμένου να βάλει τη «δική του σφραγίδα» σε μια τόσο σημαντική, αν όχι «ιστορική», αλλαγή.

Αν πράγματι τα επιτελεία των δύο κομμάτων εξουσίας είχαν τη στοιχειώδη πολιτική διαύγεια να κάνουν αυτήν την αναδρομή στον τρόπο, με τον οποίο «χειρίσθηκαν» το θέμα αυτό, θα απέβαλλαν τις κομματικές παρωπίδες και ασφαλώς θα κατέληγαν στο εξής συμπέρασμα: Οτι η πλειονότητα των πολιτών τούς καταλογίζει αποκλειστικώς και ισομερώς την ευθύνη για την κατάντια της πολύπαθης παιδείας μας. Οτι έχει εδραιωμένη την πεποίθηση πως το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. επί τουλάχιστον μία 30ετία μετέβαλαν το εθνικό αυτό ζήτημα σε αντικείμενο ευτελούς πολιτικής αντιπαράθεσης και προπαγάνδας. (Για να θυμηθούμε -και όχι μόνον- το «δημοκρατικό πέντε» και την εξαγγελία για την άνευ εξετάσεων εισαγωγή στα ΑΕΙ.) Οτι, τέλος, τα δύο μεγάλα κόμματα, κυρίως από τη θέση της αντιπολιτεύσεως, όχι μόνον αρνήθηκαν να συνεπωμισθούν το πολιτικό κόστος που συνεπαγόταν η αναμόρφωση μιας ξεχαρβαλωμένης Παιδείας, αλλά προσπάθησαν να καρπωθούν και πολιτικό όφελος, συντασσόμενα -κατά κανόνα- με τους βολεμένους υπερασπιστές του σαθρού συστήματος. (Προφανώς στο «ιστορικό» αυτό πρέπει να αποδοθεί και η ανήκουστη δήλωση ορισμένων πανεπιστημιακών ότι δεν θα εφαρμόσουν τον νέο νόμο.)

Αναμφίβολα, αν τα επιτελεία των δύο κομμάτων εξουσίας είχαν τη θέληση, αλλά και την ικανότητα, να κάνουν μια τέτοια ενδοσκόπηση, με τη συνακόλουθη αυτοκριτική, θα διεύρυναν το «συμπέρασμά» τους στο ζήτημα της Παιδείας. Θα διαπίστωναν, δηλαδή, ότι η ίδια χαώδης διάσταση μεταξύ της κοινής γνώμης και της πολιτικής τους συμπεριφοράς επεκτείνεται και στ’ άλλα καίρια θέματα του σαθρού μας «καθεστώτος». Π.χ., ακούμε επί τουλάχιστον μια 10ετία για την «άμεση ανάγκη διαρθρωτικών αλλαγών», οι οποίες φυσικά αφορούν όλες τις στρεβλώσεις του υπάρχοντος συστήματος, το οποίο μας έχει φέρει στο χείλος της χρεοκοπίας. Ομως, αυτές οι «άμεσες διαρθρωτικές αλλαγές» προσκρούουν, αναβάλλονται ή νοθεύονται στη χοάνη της μικροπολιτικής αντιπαράθεσης, όχι μόνον μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας, αλλά και ενδοκομματικών αντιθέσεων, όπως συμβαίνει με τη σημερινή κυβέρνηση. Είθε, λοιπόν, η «ενθουσιώδης επιδοκιμασία» που έτυχε η συναίνεση στο θέμα της Παιδείας, να εκτιμηθεί σωστά και, κυρίως, να συνετίσει τα επιτελεία του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., ως μια πρώτη επιτυχής προσπάθεια… επανασυνδέσεώς τους με την κοινή γνώμη.