ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ

Γοητεία ίσον τεχνική. Στη νουβέλα της «Θυμάμαι» (Πόλις, σελ. 89), η πρωτοεμφανιζόμενη Βασιλική Πέτσα απομακρύνεται από τις αναρίθμητες ευθύγραμμες αφηγήσεις που αισθάνονται υποχρεωμένες να παραθέτουν με σαφήνεια ολόκληρη την πλοκή. Η εξιστόρησή της θυμίζει μαγική εικόνα που, για να αρχίσει να διαγράφεται, ο θεατής οφείλει να ενεργοποιεί με επινοητικότητα κι επιμονή όλα τα αντανακλαστικά του. Ποιο είναι το πρόσωπο που κάθε φορά ομιλεί μέσα από τα 36 δισέλιδα κεφάλαια του βιβλίου; Η αποκωδικοποίηση των συμφραζομένων αποκαλύπτει την ταυτότητα του ομιλητή. Το μυστήριο παραμένει, ωστόσο, ανεξιχνίαστο. Διότι ώς το τέλος δεν μαθαίνουμε ποια πραγματική αιτία όπλισε το χέρι δύο ανήλικων κοριτσιών ώστε να σκοτώσουν έναν γέροντα παππού στο μικρό χωριό τους. Μιλούν γύρω στα είκοσι πέντε άτομα. Νεαροί, ενήλικοι, γέροντες· δημόσιες αρχές, παιδαγωγικοί θεσμοί, οικογένεια. Είκοσι πέντε διαφορετικές πηγές πληροφοριών, είκοσι πέντε αποκλίνουσες και συγκλίνουσες οπτικές, ένα μωσαϊκό διαφορετικών εικόνων. Ενα καλειδοσκόπιο, το οποίο δημιουργεί ένας ομοιόμορφος λόγος, χωρίς προσωπικούς χρωματισμούς, που ωστόσο δεν ενοχλεί καθώς μοιάζει να απευθύνεται κυρίως στον εαυτό του.

Πρόκειται για μια τεχνική που διασφαλίζει την απόλαυση χάρη στη συμμετοχική δημιουργία του αναγνώστη, αφήνοντας την ίδια στιγμή όλα τα ενδεχόμενα εκκρεμή. Το θύμα: Υπερήφανος αγωνιστής του ΚΚΕ, βαθιά αφοσιωμένος στην πεθαμένη του συμβία και αξιολάτρευτος παππούς όπως τον παρουσιάζουν οι οικείοι του. Ιδιότυπος αλλά άκακος θαμώνας εκδιδόμενης αλλοδαπής, ανυπόμονος πελάτης του κουρέα λίγες ώρες πριν από το έγκλημα, οιονεί ανοϊκός γέροντας, σύμφωνα με έναν κοντινό φίλο. Ποια αφορμή έφερε εκτός εαυτού μια θυμωμένη έφηβη και την υποτακτική της φίλη; Καθαρή απάντηση δεν θα λάβουμε. Μπρος στα μάτια μας έχουμε τμήματα ενός παζλ που ποτέ δεν ολοκληρώνεται. Ενας γέροντας που νοσταλγεί τη χαμένη του σύντροφο, ένα πορτοφόλι από το οποίο λείπουν είκοσι ευρώ κι ένα παντελόνι ξεκούμπωτο και κατεβασμένο. Στοιχεία εντελώς ασαφή, που σε κάνουν να σκεφτείς πως η πιθανότερη εκδοχή είναι ένα ατυχές συναπάντημα μιας απελπισμένης έφηβης που εξ ορισμού ασφυκτιά μέσα σε ένα προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον και ενός γέροντα που τα έχει μισοχαμένα.

Οσα, ωστόσο, αναφέρει το οπισθόφυλλο αδικούν το βιβλίο – ότι ο φόνος γίνεται καθρέφτης όπου οι κάτοικοι του χωριού αναγκάζονται να αντικρίσουν το πραγματικό τους πρόσωπο· ότι δίπλα στο μεγάλο έγκλημα ξεπροβάλλουν τα μικρά δικά τους· και ότι όλους μαζί τους βαραίνουν οι σκιές του Εμφυλίου. Πρόκειται για λόγια παραπειστικά, που θυμίζουν περισσότερο αμήχανα στερεότυπα τηλεοπτικών ρεπορτάζ που καλύπτουν φόνους. Διότι, καθώς η περικειμενική πλαισίωση δημιουργεί προσδοκίες που δεν ικανοποιούνται, η νουβέλα εμφανίζεται ασθενέστερη από ό,τι στην πραγματικότητα είναι. Ούτε ο φόνος γίνεται καθρέφτης ούτε οι χωριανοί αντικρίζουν το αληθινό πρόσωπό τους. Λάθος έμφαση, λάθος παρουσίαση. Η κατάκτηση του «Θυμάμαι» δεν αφορά την αποκάλυψη μέσα από τον συσχετισμό πολυάριθμων οπτικών γωνιών, αλλά την τελική ασάφεια, συγκάλυψη και αβεβαιότητα παρά το γεγονός των πολυπρισματικών μαρτυριών. Αντί, δηλαδή, το κείμενο να ανοίγει διόδους προς τα έξω, στην πραγματικότητα περιστρέφεται με επιμονή γύρω από το τραυματικό γεγονός. Και αναλαμβάνοντας τη λειτουργία μοτίβου, οι εσωτερικές αφηγηματικές φωνές του «Θυμάμαι» οδηγούν σε μια νοσταλγική υπόμνηση της μισοξεχασμένης τεχνικής, την οποία εκπροσωπεί στις μέρες μας ο ποιητικός συμβολισμός.