ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ

Η πρώτη μας αίσθηση είναι μια ξαφνική ψυχρολουσία. Ετσι νιώσαμε όταν η Γ΄ Πανελλήνια Ερευνα Αναγνωστικής Συμπεριφοράς του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου μας αποκάλυψε πως οι συγγραφείς που έχουν επηρεάσει καθοριστικά τους συστηματικούς Ελληνες αναγνώστες -όσους δηλαδή διαβάζουν πάνω από 10 βιβλία τον χρόνο- είναι κατά σειράν ο Καζαντζάκης, ο Ντοστογιέβσκι και η Λένα Μαντά. Αν το σκεφτείς ωστόσο ψύχραιμα, τα πράγματα δεν είναι ίσως τόσο τραγικά: Ορισμένοι αναγνώστες έχουν αδυναμία στον Καζαντζάκη και ενδεχομένως στον Ντοστογιέβσκι, που δεν είναι μεταξύ τους ασύμβατοι. Ενώ μια άλλη κατηγορία, εντελώς διακριτή, έχει επηρεαστεί καθοριστικά από τη Λένα Μαντά.

Αναφέρθηκα στην έρευνα του ΕΚΕΒΙ προκειμένου να υπογραμμίσω την παράμετρο η οποία συνήθως απουσιάζει από τις ερευνητικές μας στοχεύσεις: το σκέλος της χρήσης, το σκέλος της κατανάλωσης, αυτοί που διαβάζουν λογοτεχνία. Με τη συγκεκριμένη παράμετρο ασχολείται η κοινωνιολογία της ανάγνωσης και τα ποικίλα μοντέλα της επικοινωνιακής επιστήμης, κλάδοι στους οποίους έχει γίνει ελάχιστη δουλειά υποδομής. Οι αναγνωστικές έρευνες του ΕΚΕΒΙ είναι επομένως ανεπανάληπτης σημασίας. Δεδομένου όμως ότι οι σταθμίσεις τους είναι κυρίως ποσοτικές χωρίς ιδιαίτερες ποιοτικές αξιολογήσεις, δεν απαντούν σε κρίσιμα ζητήματα όπως είναι το τι αντιλαμβανόμαστε ως λογοτεχνία και πώς τη διαβάζουμε – θέματα όχι λιγότερο σημαντικά από εκείνα με τα οποία ασχολούνται οι φιλολογικές σπουδές όπως η ερμηνευτική των κειμένων, η ανίχνευση των λογοτεχνικών επιδράσεων, η μελέτη των αφηγηματικών τεχνικών, η ιστορική εξέλιξη των ειδών και των καλλιτεχνικών ρευμάτων. Κι εκτός από το αναγνωστικό κοινό μας λείπουν ακόμα ποιοτικές πληροφορίες όχι μόνον σε σχέση με τους παραγωγούς-συγγραφείς και τους παραλήπτες-αναγνώστες, αλλά και με τους διαμεσολαβητές παραγωγούς, που είναι οι εκδότες.

Στα σχετικά πεδία έρευνας σημειώθηκε δυστυχώς μικρή πρόοδος όσο υπήρχαν κονδύλια. Διότι σε αλλεπάλληλες περιστάσεις προκρίθηκαν από τους ποικιλώνυμους φορείς εκδηλώσεις βραχυπρόθεσμης απόδοσης οι οποίες σχετίζονταν περισσότερο με ακριβούς εορτασμούς παρά με τη συναγωγή πολύτιμων πληροφοριακών στοιχείων. Και με τους σημερινούς δημοσιονομικούς περιορισμούς η εκπόνηση παρόμοιων προγραμμάτων φαντάζει μάλλον ουτοπική. Θα πρέπει επομένως να εισέλθουμε στη λογική της αυτενέργειας και της πρωτοβουλιακής δράσης οι οποίες έχουν αποδώσει ορισμένες φορές αξιοθαύμαστους καρπούς. Θα χρειαστεί να επινοήσουμε τρόπους προκειμένου να επιτύχουμε σε εκείνους ακριβώς τους τομείς στους οποίους προσκρούει κάθε σοβαρή προσπάθεια κοινωνικής οργάνωσης: στους τομείς της στατιστικής, της απεικόνισης, της χαρτογράφησης, της καταμέτρησης, της αποτύπωσης και της ποιοτικής αξιολόγησης. Μια πρόταση είναι επομένως η εξής: Οι ποικιλώνυμοι εκδοτικοί οίκοι έχουν τόσες φορές δεσμεύσει κεφάλαια για την παραγωγή σημαντικών έργων πνευματικής υποδομής. Παρά την οικονομική στενότητα θα μπορούσαν ίσως ακόμα και σήμερα να διαθέσουν κάποιο ποσό προκειμένου να αναθέσουν σε έναν επαγγελματία ερευνητή τη σύνταξη της δικής τους ιστορίας. Πέρασαν τόσα χρόνια ευμάρειας χωρίς να αποκτήσουμε μια εικόνα της ζωής διάσημων εκδοτικών οίκων του παρελθόντος όπως του Γκοβόστη, του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, του Ελευθερουδάκη. Μια ιδέα θα ήταν λοιπόν εκδότες όπως ο Κέδρος, η Αγρα, ο Καστανιώτης, ο Πατάκης, η Εστία, η Πόλις και τόσοι άλλοι των οποίων η δράση έχει συνδεθεί με τη μεταδικτατορική Ελλάδα να αναλάβουν μόνοι τους να παραδώσουν στο οικείο κεφάλαιο της Λογοτεχνικής Ιστορίας ό,τι δεν έκαναν οι παλαιότεροι και ό,τι δεν κατόρθωσαν μέχρι σήμερα οι ερευνητικοί θεσμοί. Κι αν οι αμοιβές δεν είναι πλουσιοπάροχες τώρα που αναγκαστικά γίναμε φτωχότεροι, η διάθεση ενός καλού αρχείου στα χέρια ενός μελετητή θα αποτελέσει ίσως δελεαστική προσφορά για κάποιον που διακατέχεται από το πάθος της δημιουργικής γνώσης.