ΑΠΟΨΕΙΣ

Στην Ελλάδα δεν γίνεσαι πρωθυπουργός χωρίς γραβάτα

Οι εκλογές της 17ης Ιουνίου εξελίχθηκαν σε κρίσιμο δημοψήφισμα για τον μελλοντικό προσανατολισμό της Ελλάδας. Για τους περισσότερους ψηφοφόρους η αίσθηση ανακούφισης μετά το αποτέλεσμα εκφράστηκε με μία λέξη: Ουφ! Ο κίνδυνος μιας αλυσιδωτής αντίδρασης, που θα άρχιζε με τη μονομερή καταγγελία των Μνημονίων, τη μη τήρηση των αντίστοιχων υποχρεώσεων (δόσεων) από τους δανειστές μας και την αναγκαστική επιστροφή της υπερχρεωμένης χώρας μας στη δραχμή, αποφεύχθηκε οριστικά. Σε μια περίοδο που η απαισιοδοξία έχει την τιμητική της εντός και εκτός των ελληνικών τειχών, αξίζει να αναπτύξουμε μια αισιόδοξη εκδοχή -έστω με σοβαρές επιφυλάξεις- για τις μεσοπρόθεσμες εξελίξεις στον τόσο ταλαιπωρημένο τόπο μας: Η δημιουργία μιας τριμερούς κυβέρνησης με συνιστώσες από την Κεντροδεξιά (Ν.Δ.), την Κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ) και την ευρωπαϊκή Αριστερά (ΔΗΜΑΡ) μπορεί να αποδειχθεί επίτευγμα χωρίς προηγούμενο στην ταραγμένη πολιτική μας Ιστορία. Για να μακροημερεύσει η σημερινή κυβέρνηση πρέπει να γίνουν σεβαστές οι συμφωνημένες δεσμεύσεις και από τις τρεις της συνιστώσες. Και οι δεσμεύσεις αυτές συνοψίζονται με δύο λέξεις: αμοιβαίος συμβιβασμός. Αυτό, δυστυχώς, θα αποδειχθεί δύσκολο σε μια χώρα όπου η έννοια του συμβιβασμού έχει εξομοιωθεί με την ηττοπάθεια ή την άτακτη υποχώρηση.

Στη Νέα Δημοκρατία, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς πρέπει να αντιληφθεί ότι η αύξηση των δέκα ποσοστιαίων μονάδων του κόμματός του (από τον Μάιο στον Ιούνιο) δεν οφείλεται στην προσωπική του δημοτικότητα, αλλά στη συνετή επιλογή πολλών ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης να αποφύγουν τον κίνδυνο της απομάκρυνσης της Ελλάδας από την Ευρώπη. Συνεπώς, θα πρέπει να ηγηθεί της νέας κυβέρνησης με σεβασμό στις κοινές επιδιώξεις και των άλλων δύο κομμάτων που τη στηρίζουν. Η ακαμψία και το πείσμα που χαρακτήριζαν τη συμπεριφορά του από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 πρέπει να εγκαταλειφθούν. Η Νέα Δημοκρατία είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ως κεντροδεξιά παράταξη χωρίς εθνικιστικές εξάρσεις και παλαιοδεξιού τύπου λαϊκισμούς.

Το ΠΑΣΟΚ θα έχει μέλλον αν σταθεροποιηθεί στον χώρο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και εγκαταλείψει τις επαναστατικές φαντασιώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου που διατηρήθηκαν ακόμη και στη δεκαετία του 1980. Η ρητορική δεινότητα του Ευάγγελου Βενιζέλου δεν επαρκεί ως σωσίβιο μιας βαθιά δοκιμαζόμενης παράταξης. Ο νέος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να συμμετάσχει ανεπιφύλακτα σε μια γνήσια συμμαχική κυβέρνηση που θα έχει ως ναυαρχίδα την αναθεώρηση δυσμενών όρων των Μνημονίων και στόχο την επιστροφή της χειμαζόμενης ελληνικής οικονομίας σε γνήσια αναπτυξιακούς ρυθμούς. Η πρόταση και πρόσκλησή του για τη δημιουργία μιας εθνικής διαπραγματευτικής ομάδας (με συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων αντιμνημονιακών δυνάμεων) διευρύνει τους ορίζοντες για μια περίοδο πολιτικής εκεχειρίας, που θα επιτρέψει στη νέα κυβέρνηση να λειτουργήσει χωρίς καθημερινά επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας. Τέλος, η ΔΗΜΑΡ έχει προσθέσει ένα αριστερό (γνήσια επικριτικό των Μνημονίων) αντίβαρο στο κυβερνητικό σχήμα. Το μέλλον αυτού του κόμματος, του οποίο ηγείται ένας σοβαρός και ψύχραιμος πολιτικός -ο Φώτης Κουβέλης- θα εξαρτηθεί, όπως θα δούμε παρακάτω, από τις εξελίξεις στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ.

Στο αισιόδοξο σενάριο καίριο ρόλο θα παίξει η ενηλικίωση του πολυφασικού ΣΥΡΙΖΑ και του ικανού του ηγέτη, Αλέξη Τσίπρα. Το ζητούμενο είναι η ενσωμάτωση ενός ραγδαία αναπτυσσόμενου κόμματος στο αστικό μας πολιτικό σύστημα. Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε πει χαριτολογώντας, ότι στην Ελλάδα «δεν γίνεσαι πρωθυπουργός χωρίς γραβάτα». Ενδιαφέρουσα ήταν η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ στα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυσή του από τον Ανδρέα Παπανδρέου τον Σεπτέμβριο του 1974. Ως «κίνημα διαμαρτυρίας» συγκέντρωσε το υπολογίσιμο 13 και κάτι τοις εκατό στις εκλογές του Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Ο Ανδρέας, ασπαζόμενος ένα έντονα τριτοκοσμικό προφίλ, εμφανιζόταν μόνιμα με ζιβάγκο και πέτσινο ή σπορ σακάκι. Και φυσικά τον είχαν επιμελώς μιμηθεί οι σύντροφοί του στην κοινοβουλευτική ομάδα. Οταν όμως στις εκλογές του 1977 το ΠΑΣΟΚ διπλασίασε την εκλογική του δύναμη (στο 25 και κάτι τοις εκατό… όπως σχεδόν και στην περίπτωση του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ), ο Ανδρέας αιφνιδίασε τους βουλευτές του εμφανιζόμενος σε κομματική συνεδρίαση με παραδοσιακή γραβάτα και σακάκι. Και φυσικά, ακολούθησε η άμεση αλλαγή αμφίεσης (αν όχι νοοτροπίας) ενός κόμματος που έκτοτε θα διεκδικούσε την εξουσία. Τέσσερα χρόνια αργότερα το κόμμα του Ανδρέα θα αναλάμβανε τη διακυβέρνηση του τόπου με το συντριπτικό 48%. Και, παρά τα συνθήματα τύπου «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» ο Ανδρέας επέλεξε την παραμονή της Ελλάδας στην ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ και την ανανέωση της λειτουργίας των αμερικανικών βάσεων στην ελληνική επικράτεια. Αν ο Αλέξης Τσίπρας αντιληφθεί σύντομα την ανάγκη της δικής του προσαρμογής στις επιταγές του ρόλου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το κόμμα του θα βρει μπροστά του «πεδίον δόξης λαμπρό»!

Ο χώρος δεν επιτρέπει λεπτομερή αναφορά στα υπόλοιπα κόμματα του λεγόμενου αντιμνημονιακού μετώπου: Το συρρικνωμένο ΚΚΕ θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ένας «καλοήθης όγκος» του πολιτικού μας συστήματος. Οι Ανεξάρτητοι Ελληνες θα ξεφουσκώσουν επαναλαμβάνοντας κουραστικά το ηρωικό αφήγημα του άκαμπτου (αλλά φραστικού) πατριωτισμού. Και η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή θα συνεχίσει να έχει λόγο ύπαρξης εφόσον το τεράστιο θέμα της παράνομης μετανάστευσης παραμένει επικίνδυνα ανοιχτό. Ολα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά της αισιόδοξης εκδοχής προϋποθέτουν βεβαίως μια Ευρωζώνη (και Ευρωπαϊκή Ενωση) που συνεχίζει να ολοκληρώνεται, συνδέοντας τις υφεσιακές πολιτικές λιτότητας με ένα ρεαλιστικό σχέδιο για την ανάπτυξη των δοκιμαζόμενων κρατών του ευρωπαϊκού Νότου.

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.