ΑΠΟΨΕΙΣ

Στοιχειωμένη μνήμη

Στο ισραηλινό φιλμ «Βαλς με τον Μπασίρ» του Αρι Φόλμαν, τα φαντάσματα που γεννήθηκαν από τις σφαγές στο στρατόπεδο της Σατίλα, το 1982 στον Λίβανο, καταδιώκουν σαν Ερινύες έναν άνθρωπο που είχε έστω και παθητική συμμετοχή στον χαμό των αμάχων. Κάτι ανάλογο ίσως συμβαίνει και με ορισμένους Ολλανδούς κυανόκρανους. Το έφερε έτσι η μοίρα και το 1995 βρέθηκαν να υπηρετούν στη σπαρασσόμενη πρώην Γιουγκοσλαβία. Το ημερολόγιο έγραφε 11 Ιουλίου 1995 και οι υπό ολλανδική διοίκηση δυνάμεις του ΟΗΕ βρίσκονταν στην περιοχή της Σρεμπρένιτσα. Μπορούσαν να έχουν εμποδίσει μια μαζική, κτηνώδη σφαγή αμάχων που όμοιά της η ευρωπαϊκή ήπειρος είχε να δει από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά, για διάφορους λόγους, δεν το έκαναν. Υπάκουσαν σε διαταγές και επέτρεψαν στις σερβοβοσνιακές δυνάμεις να εξοντώσουν περί τους οκτώ χιλιάδες μουσουλμάνους, άνδρες και ανήλικα αγόρια.

Ηταν η εποχή που κάποιοι ανακαλύψαμε τον όρο «εθνοκάθαρση», μια παραλλαγή ή μια πιο «ήπια» εκδοχή του όρου «γενοκτονία», που ο ανεπτυγμένος κόσμος εισήγαγε επισήμως στο λεξιλόγιό του το 1948, με αφορμή τα ναζιστικά στρατόπεδα μαζικής εξόντωσης. Το 1995, αλλά κυρίως τέσσερα χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 1999, η ελληνική κοινωνία είχε και πάλι διχαστεί – έως ένα βαθμό έστω: το σύνθημα «Ελλάς – Σερβία – Ορθοδοξία» δονούσε την ατμόσφαιρα και ήταν ίσως η πρώτη φορά που, χωρίς να το υποψιάζονται ούτε να το επιθυμούν, εθνικιστές, χριστιανοί ορθόδοξοι και κομμουνιστές ήρθαν πολύ κοντά: τους ένωσε ο κοινός εχθρός της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Ο,τι κι αν είχε διαπράξει η σερβική πλευρά σε εκείνο τον πόλεμο, ήταν καλώς καμωμένο.

Σήμερα, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, εκείνες οι πορείες και οι διαδηλώσεις έχουν ξεχαστεί τελείως, έχουν αντικατασταθεί από άλλες. Στους τόπους αυτούς όμως, στην περιοχή της Σρεμπρένιτσα της Βοσνίας, ακόμα ξεθάβουν πτώματα και προσπαθούν να αναγνωρίσουν χαμένα πρόσωπα. Την εβδομάδα που μόλις μας άφησε, ετάφησαν πεντακόσιες και πλέον σοροί ανθρώπων που επιτέλους απέκτησαν ταυτότητα μετά τον βίαιο θάνατό τους. Συνολικά, οι αριθμός των θυμάτων που έχουν αναγνωριστεί και ταφεί έχει φθάσει τις 5.657.

Η Σρεμπρένιτσα έγινε ξαφνικά τόπος τραγωδίας στις παρυφές της Ευρώπης στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Ο χρόνος έχει κυλήσει και η ειρήνη έχει εδώ και καιρό αποκατασταθεί στους τόπους αυτούς του μαρτυρίου, στο βάθος όμως δεν θα πάψει να είναι στοιχειωμένος τόπος. Κι ας μην πιστεύει κάποιος στα φαντάσματα. Με αφορμή τις πρόσφατες μάχες και τις συγκρούσεις στη Λιβύη, είχαμε κάποια στιγμή αναφερθεί στον Γιαν Κοτ, τον Πολωνό μελετητή της τραγωδίας στο αρχαίο ελληνικό αλλά και το νεότερο ευρωπαϊκό θέατρο. «Στον τραγικό κόσμο οι νεκροί επιστρέφουν», γράφει ο Γιαν Κοτ στη «Θεοφαγία» (εκδ. Εξάντας). «Η πιο συγκλονιστική εμπειρία του Μακμπέθ ήταν η εμφάνιση του φαντάσματος του Μπάνκο στο δείπνο. Τότε μόνο πρωτοκατάλαβε πως δεν φτάνει να σκοτώσει κανείς μία φορά. Οι νεκροί επιστρέφουν». Ακούγεται σαν μια μακάβρια ποιητική που ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων, προσέξτε όμως τι ανέφεραν την περασμένη Πέμπτη τα διεθνή πρακτορεία A.P., Reuters και AFP: «Η κληρονομιά του αδελφοκτόνου πολέμου της Βοσνίας σημαδεύει και σήμερα τη χώρα, η οποία κυβερνάται ως διλειτουργικό διεθνές προτεκτοράτο και, από αυτήν την άποψη, ο συμβολισμός των μαζικών τάφων της Σρεμπρένιτσα, που ακόμη δεν έχουν κλείσει, είναι κάτι παραπάνω από ακριβής».

Σε αυτές τις ζοφερές ιστορίες, όπου η Ιστορία μοιάζει με μέγγενη, οι συμβολισμοί πάντοτε έχουν μια δυναμική που υπερβαίνει την όποια φιλολογία. Πέρα από τις διπλωματικές, στρατιωτικές, οικονομικές παραμέτρους, θηριωδίες όπως αυτή της Σρεμπρένιτσα έχουν και άλλες προεκτάσεις: οι λεγόμενες παράπλευρες απώλειες γεννοβολούν φαντάσματα. Αυτά που κουβαλούν μέσα τους οι επιζώντες. Το ξέρουμε καλά και από τον δικό μας εμφύλιο πόλεμο, το ξέρουμε και από τα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Δεν έχει νόημα να κοιτάζει κανείς πίσω. Ωστόσο, η Σρεμπρένιτσα δεν είναι απλώς μια τοποθεσία κάπου στη Βοσνία. Είναι μνήμη.