ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναγνωσεις

Είναι νέος, διανύει τη δημιουργική δεκαετία των 30, εργάζεται σε εταιρεία και είναι φιλότεχνος. Διάβασε το πρωί της περασμένης Τετάρτης την είδηση ότι ανανεώνεται η 20ετής θητεία της κ. Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα στην Πινακοθήκη, παρά το γεγονός της κλοπής του περασμένου Ιανουαρίου (έργα Πικάσο και Μοντριάν) και της έκθεσης Ρακιντζή, με τις αμέλειες και παραλείψεις που καταμαρτυρούσε. Ο νέος πήρε το «μήνυμα» της ελληνικής Πολιτείας και το «μετέφρασε». Η φωνή του ήταν απολύτως ψύχραιμη και διαπιστωτική: αναξιοκρατία, ατιμωρησία, στελεχοπενία, γεροντολαγνεία. Σε αυτές τις λέξεις συνόψισε την απόφαση του πρόσφατα διορισθέντος αναπληρωτή υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού, Κώστα Τζαβάρα, να διατηρήσει στη θέση της διευθύντριας, για άλλη μια πενταετία, την κ. Πλάκα.

Ο νέος δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση για τη χώρα του. Και για να μην αδικούμε τη διευθύντρια, η ελέω καλών σχέσεων και επιλεγμένων επαφών ανανέωση θητειών είναι μάλλον παγιωμένη λογική. Κάθε επιλογή, όμως, έχει και ένα συμβολικό φορτίο.

Αν απομακρυνθούμε από την Πινακοθήκη και επεκταθούμε σε άλλες περιοχές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται ατέρμονα, μέσα σε μια χώρα που αντιστέκεται πεισματικά στο καινούργιο, επιθυμώντας διακαώς να επιστρέψει στον παλιό εαυτό της.

Δεν χρειάζονται ονόματα υπουργών ή στελεχών των δύο τελευταίων χρόνων για να συνθέσει κανείς το παζλ της απραξίας. Η μεταρρύθμιση όταν δεν δαιμονοποιείται από την αντιπολίτευση, γίνεται αντικείμενο τόσων διαπραγματεύσεων και συναλλαγών που, στο τέλος, ακυρώνεται (βλέπε νόμος για τα ΑΕΙ). Η πολιτική ασκείται ακόμα με όρους μεταπολίτευσης παρά τις διαπιστώσεις περί του «τέλους της μεταπολίτευσης». Ο φόβος των αντιδράσεων και του πολλαπλασιασμού των θυμάτων της κρίσης είναι ορατός αλλά, εδώ που βρισκόμαστε, τίμημα αποκλείεται να μην υπάρξει. Μήπως τώρα, χωρίς τις μεταρρυθμίσεις, δεν μειώνονται εισοδήματα και δεν ρημάζουν ζωές από την ανεργία;

Η στιγμή είναι καθοριστική για το μέλλον μας, όχι μόνο για τη σχέση μας με την Ευρώπη και τον κόσμο αλλά και με τους εαυτούς μας. Πορεύονται στήθος με στήθος εκείνοι που θέλουν και εκείνοι που δεν θέλουν το επόμενο βήμα. Εκείνοι που αντιλαμβάνονται ότι το κράτος – σκηνικό αποκαλύφθηκε και πρέπει στη θέση του να οικοδομηθεί εξ αρχής ένα σύστημα εξουσίας με αρχές δικαίου και ισονομίας, τα στοιχειώδη, δηλαδή. Κι εκείνοι που αρνούνται να αποχωριστούν το φαύλο παρελθόν και διεκδικούν να το επαναφέρουν αλώβητο ως αναβαπτισμένο παρόν.

Ο νέος που τηλεφώνησε την περασμένη Τετάρτη δεν θέλει να εγκαταλείψει τη χώρα. Επιθυμεί να μείνει, φιλοδοξεί να τη δει να μεταμορφώνεται, να αντικαθίσταται η αναξιοκρατία από την αξιολόγηση, η ατιμωρησία από την τήρηση των νόμων, η στελεχοπενία από την ανάδειξη δημιουργικών δυνάμεων, η γεροντολαγνεία από την εμπιστοσύνη και την επένδυση σε νεότερες γενιές.

Ο φόβος για το καινούργιο καθόρισε τη σχέση της Ελλάδας εντός και εκτός συνόρων, υποθήκευσε το μέλλον της, διαμόρφωσε την αισθητική και αντίληψη για τον τρόπο ζωής και επικοινωνίας. Οι συντεχνίες, όπως και αν προσδιορίζονται και όπου κι αν δημιουργούνται, εκφράζουν αυτόν ακριβώς τον ανοιχτό πόλεμο με την εξέλιξη. Διά της συντήρησης επιβιώνουν, αναπαράγοντας το ίδιο, βολικό γι’ αυτούς, φθαρμένο (αν όχι διεφθαρμένο) και, πάντως, παρωχημένο μοντέλο εξουσίας.

Τα κλειστά συστήματα στηρίζονται στην επανάληψη. Είναι ένας αργός θάνατος. Τίποτε άλλο.