ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ιδιαιτερότητα του «κατώτατου»

​​Μόνον ευχάριστες σκέψεις μπορεί να προκαλεί η διάθεση των εργοδοτικών σωματείων των μικρομεσαίων, βιοτεχνών, εμπόρων και επαγγελματιών στη βελτίωση της κατώτατης αμοιβής. Πράγματι, από την 1η Μαρτίου, οι κατώτατες αμοιβές μειώθηκαν κατά 22% από το επίπεδο στο οποίο είχαν διαμορφωθεί την 1η Ιανουαρίου 2012. Αυτό που άλλαξε τότε ήταν ο «ελάχιστος νόμιμος μισθός». Στην ερμηνευτική εγκύκλιο της 6ης πράξης του υπουργικού συμβουλίου, κατ’ εφαρμογήν της 6ης παραγράφου του πρώτου άρθρου του νόμου 4046/2012, σημειωνόταν επίσης το ακόλουθο: «Τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν μικρότερα ποσοστά μείωσης ή καθόλου μείωση, αλλά σε καμία περίπτωση μεγαλύτερη μείωση από το 22%, πέραν του οποίου η όποια συμφωνία είναι άκυρη».

Είναι κατανοητό ότι όποιος εργοδότης ήθελε να κρατήσει τα παλαιότερα επίπεδα αμοιβών, όπως είχαν ρυθμιστεί με τη συλλογική σύμβαση του καλοκαιριού του 2010, μπορούσε να το κάνει ελεύθερα. Ακόμη και υψηλότερα. Δυστυχώς όμως, στον εργοδοτικό κόσμο υπάρχει ένας καθεστώς διατίμησης. Ενας εργάτης κοστίζει «τόσα», ένας νοσηλευτής «τόσα περισσότερα», ένας δάσκαλος στο Καστρί και στο Περτούλι «τα ίδια», ένας «δημοσιογράφος» ό,τι λέει η σύμβαση και πάει λέγοντας. Στον δημόσιο τομέα, ο υπάλληλος συζητεί την αμοιβή του με το τμήμα προσωπικού και τον συνδικαλιστή. Αλλά και στο πολύ μεγάλο μέρος του ιδιωτικού τομέα, ο εργαζόμενος μαθαίνει για τις απολαβές του από τον… λογιστή της εταιρείας.

Στον εργοδοτικό κόσμο αγαπούν τους κανόνες. Ιδιαίτερα εκείνους που ευλογούν ο υπουργός και η πολιτική κάστα. Θέλουν τις συμβάσεις να έχουν ισχύ νόμου. Γι’ αυτό τις καθιστούσε οριστικές ο υπουργός. Θέλουν να είναι υποχρεωτικές για όλους τους εργοδότες, χωρίς να νοιάζονται αν κάποιοι θα μπορούσαν να συμφωνήσουν διαφορετικά, και γι’ αυτό ζητούν την καθολική εφαρμογή.

Μετά τη συνάντηση που είχαν οι «εταίροι», την εβδομάδα που πέρασε, με τον υπουργό Εργασίας Γιάννη Βρούτση, επιχειρείται ένας νέος αποπροσανατολισμός της συζήτησης για το κόστος εργασίας. Οι εργοδοτικές οργανώσεις των μικρομεσαίων και του εμπορίου (κ. Ασημακόπουλος, Κορκίδης, Καββαθάς) εμφανίζονται έτοιμοι να δεσμευθούν για «αύξηση» της κατώτατης αμοιβής στα 701 ευρώ. Αυτό είναι υψηλότερο κατά 115 ευρώ ή σχεδόν 20% από αυτό που μπορεί να δίνει σήμερα ένας εργοδότης, δηλαδή μεικτή αμοιβή 586,08 ευρώ.

Σε πρόταση που δημοσίευσε η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου, τονίζουν ότι η αύξηση αυτή «αναμένεται να τονώσει τη ζήτηση και συνεπώς τα έσοδα από τον ΦΠΑ κατά 915 εκατομμύρια, ανεβάζοντας τα έσοδα του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων σε περίπου 1,2 δισ. ετησίως».

Τα 701 ευρώ τον μήνα, ή 818 ευρώ αν τα αναγάγουμε σε δωδεκάμηνη περίοδο, επαναφέρουν τη στάθμη της κατώτατης αμοιβής στα επίπεδα πριν από το ξέσπασμα της κρίσης του 2009. Ο συλλογισμός μοιάζει ορθός. Και όμως, ξεχνά το ουσιώδες. Αφού το 2009 εκδηλώθηκε μια τόσο βαθιά κρίση, από την οποία όλοι έχουμε διαπιστώσει πόσο δύσκολο είναι να τα καταφέρουμε να ξεφύγουμε, αυτό δεν σημαίνει ότι το 2008-2009 δεν αποτελεί σημείο ισορροπίας. Το αντίθετο μάλιστα. Η οικονομία ήταν σε σφοδρή ανισορροπία. Δεν μπόρεσε να καλύψει τους φόρους που είχε εκτιμηθεί ότι θα πλήρωνε. Σε μεγάλο βαθμό επειδή η οικονομία είχε ήδη εισέλθει σε ύφεση, παρά το τεράστιο ύψος της κρατικής δαπάνης και της ταχύτατης αύξησης όλων των τιμών και των αμοιβών, που είχαν προηγηθεί.

Στην έκθεση που ετοίμασαν οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκειμένου να εγκριθεί η δεύτερη ελληνική δανειακή σύμβαση, έχει συμπεριληφθεί ένας χαρακτηριστικός πίνακας, με τους κατώτατους μισθούς στις ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες προβλέπεται παρόμοια ρύθμιση.

Η Ελλάδα εμφανίζει κατώτατη αμοιβή στα 870 ευρώ (δωδεκάμηνη βάση). Από τις χώρες που μας δανείζουν, εμφανίζουν χαμηλότερο επίπεδο αμοιβής οι Σλοβακία (€ 317), Μάλτα (€ 665), Πορτογαλία (€ 566), Σλοβενία και Ισπανία (€ 748). Με τη νομοθετική ρύθμιση της κυβέρνησης Παπαδήμου, η κατώτατη αμοιβή έγγαμου υπαλλήλου με μία τριετία διαμορφώθηκε στα € 613. Καμία απολύτως σχέση δεν έχει με τους κατώτατους της Βουλγαρίας (€ 123), Ρουμανίας (€ 158), Λιθουανίας (€ 232), που χρησιμοποιούν διάφοροι εκ του προχείρου για να τρομοκρατήσουν.

Αυτό όμως που προκαλεί εντύπωση είναι γιατί οι κοινωνικοί εταίροι δεν σκέφτονται ότι με τα χρήματα που εμφανίζονται έτοιμοι να προσφέρουν σε όσους ήδη εργάζονται θα μπορούσαν να προσλάβουν 60.000 ανέργους. Η ανεργία δεν κάθεται στο τραπέζι της επαναδιαπραγμάτευσης των κατώτατων αμοιβών; Η νέα ζήτηση και οι πρόσθετοι φόροι που θα έρθουν με την απασχόληση των ανέργων, έστω με την τόσο χαμηλή κατώτατη αμοιβή, δεν είναι καλύτερη λύση;