ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ

Η περιγραφική ικανότητα του τιμημένου με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού «Διαβάζω» Γιώργου Μητά είναι αξιοθαύμαστη. Ο σαρανταεξάχρονος συγγραφέας έλαβε το μεταπτυχιακό του δίπλωμα απ’ το πανεπιστήμιο της πρωτεύουσας της κομητείας του Ανατολικού Γιορκσάιρ. Και μετέφερε στις ομώνυμες «Ιστορίες του Χαλ» (Κίχλη, σελ. 140) τη βαθύτερη εντύπωσή του απ’ τη βορειοανατολική πολιτεία της Αγγλίας, από το άλλοτε ακμάζον βιομηχανικό και αλιευτικό κέντρο και το σήμερα παρηκμασμένο Κίνγκστον απόν Χαλ. Πρωταγωνιστές στο βιβλίο είναι ο τόπος και ο καιρός. Οι παντέρημοι σκοτεινοί χειμωνιάτικοι δρόμοι, τα σκουρόχρωμα ψυχρά νερά του ποταμού Χάμπερ, οι συριστικές ριπές του παγωμένου ανέμου, οι κρουνοί νερού της ορμητικής καταιγίδας, τα χοντρά τζάμια που θολώνουν απ’ το κρύο, οι θερμάστρες που τριζοβολούν στέλνοντας κύματα ζέστης, η φωτεινή διαύγεια της πρώιμης άνοιξης του βορρά, η φωτισμένη υπεραγορά που φαντάζει σαν πλοίο, η θερμή ατμόσφαιρα των θορυβωδών παμπ και η υποβλητική παρουσία της Κεντρικής Βιβλιοθήκης. Cottingham Road, Brooklyn Street, Newland Avenue, Cranbrook Avenue, Ηaworth Arms: οι ονομασίες, ισχυροί πυκνωτές γλωσσικού και ιστορικού φορτίου. Ο νέος πεζογράφος διαθέτει το βίωμα του χώρου, την αίσθηση της ατμόσφαιρας, τη συνείδηση της στιγμής και μια έκφραση που κατορθώνει να τις αποτυπώνει στο χαρτί. Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τις τρεις ιστορίες του Χαλ στη συμβολιστική πεζογραφία που έδωσε έργα ποικιλώνυμων καιρικών, χρωματικών και χωρικών μοτίβων. Θα μπορούσαμε επίσης να τις περιλάβουμε στα έργα που η διάθεσή τους παραπέμπει σε ατμοσφαιρικές κινηματογραφικές σκηνές. Διότι, παρά τη φθορά, την παρακμή και τον μαρασμό της πόλης, και, παρά τα γηρατειά, την αναπηρία και την τρέλα των ηρώων, στις ιστορίες του Μητά υπάρχει ισχυρή δόση νοσταλγίας. Ισως γι’ αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί οργανωμένη ζωή του βορρά – μια ζώσα αστική και πανεπιστημιακή κοινότητα, κοινωνικές παροχές και κάποια πολεοδομική τάξη. Κι ακόμα ίσως για τον χαρακτηριστικά εμβληματικό τόνο της εγγλέζικης γλώσσας, το ισοδύναμο της οποίας αποτυπώνεται στην αίσθηση αξιοπρέπειας που αποπνέει η στάση των ηρώων.

Στις ιστορίες πρωταγωνιστούν τρεις Εγγλέζοι, που σταδιακά χάνουν τον παλιό τους εαυτό: μια γριά κυρία που παρακολουθεί να μειώνονται οι σωματικές της δυνάμεις, ένας πρωτοετής τυφλός φοιτητής που προσκρούει στον φραγμό μιας ανέφικτης ερωτικής σχέσης και ένας εξοφλημένος εργάτης που παραληρώντας θα παγιδευτεί μες στα αραχνιασμένα μονοπάτια του σκοτισμένου του μυαλού. Και οι ομόλογοι πόλοι της αφήγησης: τρεις Νοτιοευρωπαίοι φοιτητές (ένας Ελληνας, ένας Τούρκος κι ένας Ισπανός) που θα διασταυρωθούν με τους ντόπιους κατοίκους. Στο σημείο αυτό, ωστόσο, θεωρώ πως παρεμβαίνει η αδυναμία του καινούργιου συγγραφέα – η οποία συνίσταται στην περιορισμένη δυνατότητά του να αναπτύξει μια πλοκή (εξωτερικών ή ψυχολογικών) γεγονότων αντίστοιχης δυναμικής με αυτή που διαθέτει η ατμόσφαιρα του έργου. Ο Μητάς διαγράφει ευκρινώς τους χαρακτήρες μες στους χώρους. Κι έπειτα; Πώς σχετίζονται οι άνθρωποι αυτοί; Τι σκέφτονται και τι πράττουν; Νομίζω πως ο πεζογράφος δεν κατορθώνει να ξεπεράσει το επίπεδο μιας σειράς ευκόλως προβλεπόμενων κοινοτοπιών (ή μιας εντελώς ασαφούς κατάληξης στην τρίτη ιστορία). Γεγονός που καθιστά την υπόθεση κάθε κειμένου προσχηματική προκειμένου να μπορέσει ο συγγραφέας να πετύχει αυτό στο οποίο μοιάζει να αποσκοπεί εξαρχής και που είναι η δημιουργία της ατμόσφαιρας της πόλης. Εχει τόση σημασία η συγκεκριμένη παρατήρηση, για έναν μάλιστα πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο που έχει ήδη κατορθώσει τόσο πολλά; Θεωρώ πως ναι, γιατί στην αφηγηματική αυτή ανισορροπία οφείλεται, κατά την αίσθησή μου, η ελαφρώς μελοδραματική χροιά του έργου.