ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενας εκκεντρικός για την πρωθυπουργία;

Εξήντα χιλιάδες Λονδρέζοι γιόρτασαν την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων στο Χάιντ Παρκ της βρετανικής πρωτεύουσας, όπου άκουσαν την ομιλία του δημάρχου τους Μπόρις Τζόνσον. «Ζόινκ!» ήταν τα πρώτα λόγια του δημοφιλούς, εκκεντρικού δημάρχου, ο οποίος συνέχισε με το παρακάτω εγκώμιο για την πόλη του: «Ακουσα ότι υπάρχει κάποιος Μιτ Ρόμνεϊ, ο οποίος αναρωτιέται αν είμαστε έτοιμοι. Ναι, είμαστε!».

Ως συνήθως με τον κ. Τζόνσον, ήταν πολύ δύσκολο να πει κανείς αν αστειευόταν ή όχι. Οπως ο κ. Ρόμνεϊ δοκιμάζεται για τον ρόλο του προέδρου, έτσι και ο κ. Τζόνσον «προβάρει» με σχετική επιτυχία τον ρόλο του πρωθυπουργού.

Τα γραφεία στοιχημάτων δίνουν τον Μπότζο (όπως τον αποκαλούν χαϊδευτικά οι Λονδρέζοι) ως φαβορί για τη διαδοχή του Ντέιβιντ Κάμερον στην ηγεσία των Συντηρητικών. Αν ο σημερινός πρωθυπουργός χάσει τις επόμενες εκλογές, η παραίτησή του από την κομματική ηγεσία θεωρείται δεδομένη, ενώ, αν τις κερδίσει, η αποχώρησή του θα αναβληθεί κατά μόλις δύο χρόνια.

Οι πολιτικές θέσεις του κ. Τζόνσον είναι σήμερα πιο ενδιαφέρουσες από ό,τι ήταν το 2001, όταν εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής σε εύπορη περιφέρεια της κεντρικής Αγγλίας. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι, έχοντας εργαστεί 25 χρόνια ως δημοσιογράφος και λόγω της διαρκούς δημόσιας παρουσίας του, ο Μπότζο εμφανίζεται να εναλλάσσει με ταχύτατο ρυθμό τα θέματα που τον συναρπάζουν. Είναι επίσης εύκολο για το ακροατήριό του να μπερδέψει την έκφραση πολιτικής πεποίθησης με καλά οργανωμένο αστείο.

Μέσα από χιλιάδες σελίδες αρθρογραφίας στον Τύπο, ένα μυθιστόρημα, δύο ιστορικά συγγράμματα και μία αυτοβιογραφία, ο αναγνώστης θα εξασφαλίσει εικόνα του κ. Τζόνσον, η οποία τον καθιστά τον πλέον απίθανο υποψήφιο των Βρετανών Συντηρητικών. Είναι, ωστόσο, αλήθεια ότι σε κανένα σημείο του έργου του Τζόνσον δεν θα μπορέσει να βρει κανείς έστω και μία έκκληση για μεγαλύτερο κράτος. Σε οικονομικά ζητήματα, πρόκειται για πιστό «θατσερικό». Σε πολλά άλλα ζητήματα, όμως, οι απόψεις του είναι πλησιέστερες σε εκείνες των Εργατικών.

Οπως και ο πρωθυπουργός Κάμερον, ο κ. Τζόνσον πέρασε την εφηβική του ηλικία στο κολέγιο του Ιτον, φορώντας το λευκό παπιγιόν της στολής. Πριν από αυτό, όμως, είχε φοιτήσει στο ίδιο δημόσιο δημοτικό σχολείο που φιλοξένησε τον ηγέτη των Εργατικών, Εντ Μίλιμπαντ. Σε μία χώρα, όπου η εκπαίδευση αποτελεί το σαφέστερο σημάδι κοινωνικών προνομίων, αυτό έχει μεγάλη σημασία. Ο Μπότζο διακρίνεται επίσης για τον κοσμοπολιτισμό του. Μιλάει συχνά για τον Τούρκο παππού του και σπανιότερα για το έργο του πατέρα του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη θητεία του παππού του ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Ο ενθουσιασμός του για τη μετανάστευση, που τον έχει οδηγήσει να προτείνει τη χορήγηση αμνηστείας σε ορισμένους παράνομους μετανάστες, πηγάζει εξίσου από το οικογενειακό του δέντρο, όσο και από τη θέση του ως δημάρχου Λονδίνου.

Ακόμη και στο θέμα της Ευρώπης, ακρογωνιαίος λίθος της κομματικής ορθοδοξίας των Συντηρητικών, ο κ. Τζόνσον εκπλήσσει. Ο αρθρογράφος μέσα του αρέσκεται να ειρωνεύεται τον παραλογισμό της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και τα όνειρα για περαιτέρω ευρωπαϊκή ενσωμάτωση. Υπέγραψε δέσμευση για προκήρυξη δημοψηφίσματος για την παραμονή -ή μη- της Βρετανίας στην Ε.Ε., επισημαίνοντας την ίδια ώρα σε ομιλίες του τα οφέλη που εξασφάλισε η χώρα από τη συμμετοχή της στην Ενωση.

Η ικανότητα, όμως, να πείθεις ένα κόμμα ότι ταυτίζεσαι ιδεολογικά μαζί του, λέγοντας την ίδια στιγμή πράγματα που αντιβαίνουν στις θέσεις του, είναι πολύ χρήσιμη, όπως απέδειξαν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν και ο Τόνι Μπλερ, μεταξύ άλλων. Την ίδια στιγμή, ο κ. Τζόνσον είναι και ταλαντούχος πολιτικός, όπως απέδειξε με την απροσδόκητη νίκη του στις δημοτικές εκλογές.

Η ανάδειξή του στην πρωθυπουργία, πάντως, παραμένει δύσκολη υπόθεση κυρίως λόγω της «εκλογικής αριθμητικής».

Παρότι ο Μπότζο είναι ικανός να προσελκύσει τους Λονδρέζους ψηφοφόρους, η επιτυχία του δεν θα είναι τέτοια στον αυστηρό και συντηρητικό Βορρά, ενώ η σχέση του με την αλήθεια είναι «χαλαρή», όπως απέδειξε και η αποπομπή του από το σκιώδες υπουργικό συμβούλιο των Τόρις το 2004, λόγω απόκρυψης εξωσυζυγικής ερωτικής σχέσης του.