ΑΠΟΨΕΙΣ

Οικονομική ύφεση και εκλογική τιμωρία

Η ευρωπαϊκή οικονομική κρίση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και ουδείς μπορεί να προβλέψει την τελική της έκβαση. Η διάρκειά της, όμως, είναι τέτοια που επιτρέπει ορισμένες πρώτες διαπιστώσεις σχετικά με τις πολιτικές επιπτώσεις που έχει.

Οι πολιτικές συνέπειες των οικονομικών κρίσεων στα δημοκρατικά καθεστώτα μπορούν να συμπυκνωθούν σε δύο βασικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, οι οικονομικές κρίσεις συνεπάγονται ένα τεράστιο πολιτικό κόστος για τις κυβερνήσεις που καλούνται να τις διαχειριστούν. Οπως είναι φυσικό, οι ψηφοφόροι στρέφονται εναντίον των κυβερνήσεων που επιβάλλουν επώδυνα δημοσιονομικά μέτρα. Οι περιπτώσεις της Ισπανίας και της Ελλάδας είναι άλλωστε χαρακτηριστικές. Παρότι φαίνεται προφανής, η υπόθεση αυτή δεν τεκμηριώνεται ικανοποιητικά από τις υπάρχουσες συγκριτικές έρευνες. Αρκετές αναλύσεις έχουν δείξει πως στο παρελθόν πολλές κυβερνήσεις που εισήγαγαν δυσάρεστα μέτρα κατάφεραν να επιβιώσουν πολιτικά. Πράγματι, δεν είναι σπάνιο το εκλογικό σώμα να στηρίζει κυβερνήσεις που επιχειρούν επώδυνες οικονομικές παρεμβάσεις σε περιόδους υψηλής αβεβαιότητας. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, όπως συνέβη με τους Βρετανούς Συντηρητικούς της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οικονομική κρίση αποτέλεσε τη βάση μιας μακρόχρονης πολιτικής ηγεμονίας.

Η δεύτερη υπόθεση είναι πως η εκλογική τιμωρία είναι ιδεολογικά τυφλή. Το εκλογικό σώμα, δηλαδή, δεν αντιδρά με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το αν η κυβέρνηση που λαμβάνει τα επώδυνα μέτρα είναι κεντροαριστερή ή κεντροδεξιά. Τις τιμωρεί και τις δύο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η υπόθεση αυτή προκύπτει από μια πολύ γνωστή θεωρία της πολιτικής επιστήμης, γνωστή ως θεωρία της «αναδρομικής ψήφου», σύμφωνα με την οποία το εκλογικό σώμα κρίνει τις κυβερνήσεις με βάση την απόδοσή τους και όχι την ιδεολογία τους.

Τι προκύπτει ώς τώρα για τη σχέση των δύο αυτών υποθέσεων με την ευρωπαϊκή κρίση; Ο Pedro Maga-lhaes, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Λισσαβώνας, ανέλυσε σε πρόσφατη μελέτη του τα εκλογικά αποτελέσματα 29 ευρωπαϊκών χωρών (των 27 μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της Κροατίας και της Ισλανδίας), καλύπτοντας μια περίοδο σχεδόν τεσσάρων ετών, από τον Ιανουάριο 2008 έως τον Ιούλιο 2012. Μια πρώτη ανάλυση έδειξε κατ’ αρχάς πως και οι δύο υποθέσεις ισχύουν σε γενικές γραμμές. Αφενός, η εκλογική τιμωρία των κυβερνητικών κομμάτων στη διάρκεια αυτής της τετραετίας υπήρξε αξιοσημείωτη: το 60% των εκλογών οδήγησε σε κυβερνητική αλλαγή, ενώ η μέση υποχώρηση των κυβερνητικών κομμάτων ανήλθε στο 6,6%. Αφετέρου, η εκλογική τιμωρία υπήρξε ιδεολογικά τυφλή. Δεν είχε δηλαδή σημασία εάν στην κυβέρνηση βρισκόταν κεντροαριστερό ή κεντροδεξιό κόμμα.

Ομως, προχωρώντας βαθύτερα στην ανάλυσή του, ο Magalhaes διαπίστωσε πως τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Συγκεκριμένα, τεκμηρίωσε δύο ενδιαφέροντα στοιχεία. Το πρώτο είναι πως, όσο περισσότερο διαρκεί η ευρωπαϊκή κρίση, τόσο δείχνει να αυξάνεται το μέγεθος της εκλογικής τιμωρίας που επιβάλλει το εκλογικό σώμα. Με άλλα λόγια, αντίστοιχα μεγέθη οικονομικής ύφεσης στην αρχή και στο τέλος της τετραετίας 2008-2012 αντιστοιχούν σε διαφορετικά μεγέθη εκλογικής τιμωρίας. Οσο δηλαδή περνάει ο καιρός, η επίδοση των κυβερνητικών κομμάτων χειροτερεύει. Αυτό σημαίνει πως, όσο συνεχίζεται, η κρίση θα προκαλεί όλο και μεγαλύτερους κλυδωνισμούς στα εθνικά κομματικά συστήματα.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά μια πολύ ενδιαφέρουσα σχέση ανάμεσα στην αναδρομική ψήφο και την ιδεολογική θέση των κυβερνητικών κομμάτων: η σχέση ανάμεσα στην οικονομική ύφεση από τη μία και στην εκλογική τιμωρία από την άλλη κρύβει μια σημαντική διαφοροποίηση. Αυτό προκύπτει από την παρατήρηση πως σημαντικός αριθμός κυβερνητικών κομμάτων (ένα στα τρία για την ακρίβεια) κατάφερε να αποφύγει την εκλογική ήττα στη διάρκεια της τετραετίας που πέρασε. Πιο συγκεκριμένα, η ανάλυση δείχνει πως τα κεντροαριστερά κόμματα είναι πολύ πιο «ευαίσθητα» στην ύφεση απ’ ό,τι τα κεντροδεξιά. Σε συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης, τα κεντροαριστερά κόμματα επιβραβεύονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τους ψηφοφόρους, όμως σε συνθήκες ύφεσης υφίστανται σκληρότερη τιμωρία. Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται ενδεχομένως στο γεγονός πως οι ψηφοφόροι θεωρούν πιο φυσιολογική την επιβολή σκληρών δημοσιονομικών μέτρων από ένα κεντροδεξιό κόμμα (ή αντίστροφα, πως εκλαμβάνουν την επιβολή τέτοιων μέτρων από ένα κεντροαριστερό κόμμα ως προδοσία) – και αντιδρούν αναλόγως.

Η πολιτική ερμηνεία των τάσεων αυτών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και οδηγεί σε δύο συμπεράσματα. Το πρώτο είναι πως όσο διαρκεί η ευρωπαϊκή κρίση τόσο περισσότερο θα κλυδωνίζονται τα εθνικά κομματικά συστήματα. Ενα πιθανό ενδεχόμενο της διαδικασίας αυτής είναι και η ενίσχυση των αντισυστημικών κομμάτων, όπως φάνηκε στην Ελλάδα. Το δεύτερο είναι πως τα κεντροαριστερά κόμματα διαθέτουν περιορισμένες πολιτικές επιλογές σε περιβάλλον ύφεσης, καθώς θεωρούνται κόμματα «παχιών αγελάδων». Αντίθετα, τα κεντροδεξιά κόμματα διαθέτουν περισσότερες επιλογές: μπορούν να λάβουν σκληρά μέτρα χωρίς να υποστούν την ίδια εκλογική τιμωρία, καθώς θεωρούνται εκ φύσεως πιο αυστηρά. Σε σχέση με τη χώρα μας, αυτό σημαίνει πως οι πολιτικοί της κεντροδεξιάς έχουν το περιθώριο να πάρουν πολύ μεγαλύτερο πολιτικό ρίσκο και να προχωρήσουν σε βαθύτερες ρήξεις απ’ ό,τι θα τους υπαγόρευε ακόμη και το ίδιο τους πολιτικό αισθητήριο.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.