ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευπατρίδαι και «ευπατρίδηδες»

Κρατώντας την επικαιρότητα όσο πιο μακριά μπορούσα κατά το διάστημα της απουσίας μου από την Αθήνα, δεν αντελήφθην ότι στις αρχές Αυγούστου απεβίωσε μία προσωπικότητα με διόλου ευκαταφρόνητο ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας που ονομάζουμε «εποχή της Μεταπολίτευσης»: ο πρώην υπουργός των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ Ελευθέριος Βερυβάκης εγκατέλειψε τα εγκόσμια στις 6 του μηνός.

Πληροφορήθηκα την απώλεια από το σημείωμα ενός κυριακάτικου φύλλου και στην αρχή δυσκολεύτηκα να το πιστέψω, διότι η διατύπωση ήταν ασαφής και σχεδόν παρέλειπε το γεγονός του θανάτου, μα περισσότερο εξαιτίας μιας φράσης που με εντυπωσίασε με τον στόμφο της ακούσιας ειρωνείας της: «Ηταν από αυτούς που θα χαρακτηρίζαμε στο κατευόδιο τους ευπατρίδηδες (sic) της πολιτικής». Ουάου! Οπως αναφωνούν οι κάτω των τριάντα, όταν θέλουν να εκφράσουν κατάπληξη. Αριστοκράτης, λοιπόν, ο μακαρίτης· κι εγώ ο αφελής που νόμιζα ότι ήταν ΠΑΣΟΚ της άγριας δεκαετίας του 1980. Διότι ευπατρίδης, αν δεν κάνω λάθος, είναι ο καταγόμενος από ευγενές γένος, ο αριστοκράτης – έτσι ονόμαζαν στην αρχαία Αθήνα τους αριστοκρατικούς.

Εχουν, ωστόσο, και οι δημοκρατίες τους ευπατρίδες τους. Ο όρος χρησιμοποιείται για πολιτικούς των οποίων η προέλευση νοείται ως αριστοκρατική μέσα στα πλαίσιο των κοινωνιών της σύγχρονης εποχής. Στο πλαίσιο της ιστορίας των ΗΠΑ, φέρ’ ειπείν, ευπατρίδης ήταν ο έκτος πρόεδρος Τζον Κουίνσυ Ανταμς. Προερχόμενος από κραταιά οικογένεια της Μασαχουσέτης (γιος του Τζον Ανταμς, δευτέρου προέδρου των ΗΠΑ), είχε -κατά την ωραία πασοκική έκφραση- γράψει ιστορία ως υπουργός Εξωτερικών της χώρας του. Αλλά, εκτός από το γένος και την προσφορά στο έθνος του, ο Ανταμς ήταν αριστοκράτης και κατά το πνεύμα. Ξεκινούσε την ημέρα του τα χαράματα μελετώντας δύο κεφάλαια της Αγίας Γραφής, έπειτα μετέφραζε λίγο Ιλιάδα, στη συνέχεια κολυμπούσε στον Πότομακ, ύστερα αποστήθιζε ένα δοκίμιο του Μονταίνιου στα γαλλικά, το οποίο και απήγγελλε αργότερα έφιππος, πηγαίνοντας προς τα καθήκοντά του. Με τα μέτρα της σημερινής πραγματικότητας, καταλαβαίνω ότι η περιγραφή φαντάζει σχεδόν σαν κωμική καρικατούρα, αλλά αυτό ήταν ο τύπος του ευπατρίδη στις αρχές του 19ου αιώνα στην πιο προηγμένη δημοκρατία της εποχής.

Ως προς την ουσία του, ο τύπος αυτός δεν άλλαξε ριζικά με το πέρασμα των χρόνων. Τον συναντάμε -σπανίως, είναι αλήθεια- ακόμη και στη δική μας πρόσφατη πολιτική Ιστορία. Περίπτωση πλησιέστερη στο υπόδειγμα του ευπατρίδη πολιτικού ήταν, λ. χ., ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας. Γαιοκτήμων, αλλά και εκσυγχρονιστής της αγροτικής οικονομίας της ιδιαίτερης πατρίδας του, του Μετσόβου, γόνος οικογενειών εθνικών ευεργετών (το Πολυτεχνείο να θυμίσω ότι λέγεται Μετσόβιο…), πολύγλωσσος και κοσμοπολίτης, αριστοκράτης για τα καθ’ ημάς (ξεκινούσε την ημέρα του σαν Ρωμαίος πατρίκιος, δεχόμενος στο σπίτι του τους ψηφοφόρους-clientes από την Ηπειρο), αλλά και συγγραφέας αξιόλογων ιστορικών πραγματειών, αδίκως αγνοημένων σήμερα, όπως η ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου («Φωτιά και Τσεκούρι») και η ιστορία του Κυπριακού («Ιστορία χαμένων ευκαιριών»).

Από την άλλη πλευρά, για τον προσφάτως εκλιπόντα, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει τη συμβολή του στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας με τη σημερινή μορφή της. Ο Ελ. Βερυβάκης υπήρξε αληθινός αγωνιστής κατά της δικτατορίας -με την πλήρη έννοια του όρου- και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της Επταετίας στις φυλακές. Αλλά ως υπουργός Παιδείας της πρώτης κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου εισήγαγε τον νόμο-πλαίσιο που οδήγησε τα πανεπιστήμια στο σημερινό τους κατάντημα, από το οποίο διέξοδος δεν φαίνεται να υπάρχει. Ο εκλιπών πέρασε από πολλά άλλα υπουργεία κατά τη δεκαετία του 1980 (Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ενέργειας, Βιομηχανίας, Δικαιοσύνης), ώσπου η έλευση της εποχής του εκσυγχρονισμού τον οδήγησε στο τέρμα της κοινοβουλευτικής σταδιοδρομίας του. Αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της πολιτικής δράσης του σε γεωστρατηγικές αναλύσεις, σε ύφος εξεζητημένα λόγιο, σχοινοτενές και δυσνόητο, με έμφαση πάντα στον εξ Ανατολών κίνδυνο. Είχε γίνει ένα απολίθωμα του κεντρογενούς, «ιστορικού» ΠΑΣΟΚ…

Ας μείνουμε όμως στον νόμο για τα πανεπιστήμια, διότι εκεί εντοπίζεται η καθοριστική συμβολή του στη διαμόρφωση της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας. Σήμερα, ο «εκδημοκρατισμός» της Ανωτάτης Παιδείας, η μετατροπή του λεγόμενου «βοηθαριού» εν μια νυκτί σε καθηγητές και η ανάδειξη της πολιτικής εκπροσώπησης των φοιτητών σε παράγοντες διοίκησης των πανεπιστημίων, μπορεί να φαίνεται ως μία ακόμη λεπτομέρεια μέσα στο χάος της κατάρρευσης. Είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο, διότι για να αναδειχθεί το κόμμα και εν προκειμένω το ΠΑΣΟΚ στον κατ’ εξοχήν θεσμό κοινωνικής ανέλιξης και να φθάσουμε στην εποχή του lifestyle και της καλοπέρασης, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση το ξεχαρβάλωμα και η «μαζικοποίηση» του θεσμού της Ανωτάτης Παιδείας, του μόνου που μπορούσε να παράγει την κοινωνική ελίτ με κριτήρια αντικειμενικά και αξιοκρατικά.

Αποτιμώντας, πάντως, τη συμβολή του στη δημιουργία του σημερινού κοινωνικού πολτού, δύσκολα θα τον λέγαμε ευπατρίδη. Υπήρξε σπουδαίος στην εποχή του και διακρίθηκε για τη συνέπεια προς τις ιδέες του – δεν χωρεί αμφιβολία. Ας μη συγχέουμε όμως τους ευπατρίδες με τους καραμπουζουκλήδες. Αλλά τι λέω; Το δημοσίευμα που μου έδωσε την αφορμή για τούτο το σημείωμα, δεν αναφέρεται σε ευπατρίδες, αλλά σε «ευπατρίδηδες». O sancta simplicitas! Η άγνοια του συντάκτη του δικαιώνεται από την πραγματικότητα. Διότι εν τέλει δεν πρόκειται για μεμονωμένο λάθος. Ο τύπος «ευπατρίδηδες» είμαι βέβαιος ότι χρησιμοποιείται πλέον ευρέως, ακόμη και από αποφοίτους πανεπιστημίου (του σημερινού πανεπιστημίου…) και δεν αμφιβάλλω ότι σημαίνει πλέον κάτι τελείως διαφορετικό από την έννοια «ευπατρίδες».