ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ελαφρότητα ενός «μύθου»

Πολλοί τόποι διακοπών μέτρησαν το καλοκαίρι που μόλις τελειώνει τα «τραύματά» τους: τα άδεια δωμάτια, τις άδειες θέσεις στα μπαρ και τα εστιατόρια, τις λιγότερες αγορές των χιλιάδων κιτς αναμνηστικών κάθε περιοχής…

Ολοι τους είναι τόποι οι οποίοι άνθησαν και αναπτύχθηκαν (για την ακρίβεια γιγαντώθηκαν) τις δεκαετίες του ευδαιμονισμού, το ’80 και το ’90. Ηταν τότε που αρκετοί όψιμοι επιχειρηματίες στον τομέα του τουρισμού είδαν ότι μπορούσαν σε δυο-τρεις μήνες να βγάλουν το εισόδημα μιας χρονιάς και… ρίχτηκαν με τα μούτρα. Εφτιαξαν κακόγουστα κτίρια, διακόσμησαν φτηνιάρικα τα μαγαζιά τους, ανέβασαν υπερβολικά τις τιμές τους και κατέβασαν, επίσης υπερβολικά, την ποιότητά τους. Αρκετές από αυτές τις περιοχές υποτάχθηκαν σε μεγάλα τουριστικά γραφεία του εξωτερικού, τα οποία έναντι πινακίου φακής τούς προμήθευαν διαρκώς με τουρίστες, που αναζητούσαν δύο εβδομάδες διαφυγής από τη δική τους σκληρή καθημερινότητα.

Ηταν άνθρωποι χαμηλών εισοδημάτων, που το μόνο που ζητούσαν ήταν να χαλαρώσουν, να μαυρίσουν και, κυρίως, να πιουν μέχρι τελικής πτώσεως. Δεν αναζητούσαν τίποτε άλλο. Δεν γνώριζαν καν τον τόπο των διακοπών τους. Η κίνησή τους περιοριζόταν από την πισίνα των καταλυμάτων τους μέχρι το πιο κοντινό μπαρ και το εστιατόριο.

Τότε, την εποχή των παχειών αγελάδων, κανέναν δεν ενοχλούσε αυτή η κατάσταση. Ελάχιστοι μπορούσαν να δουν το μέλλον του τουρισμού στη χώρα και ανεξάρτητα από την κρίση που εν τω μεταξύ προέκυψε.

Εχοντας αρκετοί πολύ πρόσφατες τις εικόνες των νησιών και των παραλιών αυτής της χώρας, έχουμε ταυτόχρονα στ’ αυτιά μας και τη φράση που κυριαρχούσε στις περισσότερες παρέες: «Η μόνη βιομηχανία αυτής της χώρας έπρεπε να είναι ο τουρισμός. Τίποτε άλλο».

Ποιος αντιλέγει; Μα, η ελληνική μεταπολιτευτική Πολιτεία, η οποία για πολλά χρόνια ξόδευε σε αμφιβόλου αποτελεσματικότητας καμπάνιες στο εξωτερικό και ούτε μία ώρα μέριμνας και σχεδιασμού στο πώς θα γίνουμε καλύτεροι επαγγελματίες σ’ αυτή τη «βιομηχανία». Οτι οι μόνες σχολές που αφορούν τον τουρισμό είναι των στελεχών ξενοδοχειακών μονάδων και δεν υπάρχει ούτε σε επίπεδο ανώτερης εκπαίδευσης μία σχολή που να καταπιάνεται με τον σχεδιασμό και την εκπαίδευση όσων ασχολούνται με αυτή τη βιομηχανία. Ετσι, όλα αυτά τα χρόνια όλα έγιναν χωρίς κανόνες, χωρίς όραμα, χωρίς πλαίσιο, μόνο με τη συμβολή των παντός είδους «μέσων» και με την υπογραφή της κακής αισθητικής. Και γέμισαν τα νησιά με κακά αντίγραφα αγγλικών pubs, με πλαστικές καρέκλες, με μερίδες φαγητού κατεψυγμένες από τον χειμώνα. Στα λίγα προηγούμενα χρόνια, έχουμε προλάβει να δούμε, εμπειρικά πάλι, πόση διαφορά κάνουν το μεράκι, το καλό γούστο, η καλή ποιότητα και η συνομιλία με την παράδοση του κάθε τόπου. Είναι οι μόνες μηχανές αυτής της «βιομηχανίας».