ΑΠΟΨΕΙΣ

Ακαδημαϊκή ελευθερία σε Ελλάδα και Τουρκία

Η παρεμπόδιση από οργανωμένες μειοψηφίες των εκλογών για την επιλογή των Συμβουλίων Διοίκησης των πανεπιστημίων και ΤΕΙ υπογραμμίζει ξανά τη διαχρονική υπονόμευση της ακαδημαϊκής ελευθερίας στη χώρα μας. Η υπονόμευση αυτή έχει αποκτήσει τέτοια έκταση, ώστε, όπως διαπιστώσαμε σε σχετική μελέτη, από τη δεκαετία του ’80 η ακαδημαϊκή ελευθερία στην Τουρκία σημείωσε μεγαλύτερη πρόοδο απ’ ό,τι στην Ελλάδα. Πώς εξηγείται αυτό σε μια χώρα της οποίας το δημοκρατικό καθεστώς υπολείπεται ακόμη του ελληνικού;

Στην Ελλάδα η έννοια του ασύλου σε συνδυασμό με τη συμμετοχή των φοιτητικών οργανώσεων στις εκλογές των πανεπιστημιακών αρχών δημιούργησε μια ισχυρή προσοδοθηρική συμμαχία που υπονόμευσε την ακαδημαϊκή ελευθερία. Συγκροτήθηκε από φοιτητικές οργανώσεις και μέλη του διδακτικού προσωπικού που επιθυμούσαν την απόκτηση διοικητικής εξουσίας. Οι φοιτητικές οργανώσεις αντλούσαν δύναμη διαπραγματευόμενες την ελάφρυνση του διδακτικού προγράμματος, καθώς και την αλλοίωση της βαθμολογίας «προς όφελος» των πελατών-υποστηρικτών τους, αναιρώντας έτσι βασική συνιστώσα της ακαδημαϊκής ελευθερίας: την άνευ έξωθεν πιέσεων δυνατότητα του ακαδημαϊκού δασκάλου να καθορίσει το διδακτικό του έργο. Οι πανεπιστημιακοί που αποκτούσαν διοικητική εξουσία προσφέροντας εξυπηρετήσεις στις φοιτητικές οργανώσεις, αποκτούσαν κύρος δυσανάλογο της ερευνητικής και διδακτικής τους ικανότητας, δυνατότητα να καθορίσουν την ανέλιξη των συναδέλφων τους και ευκαιρίες για προσωπικό πλουτισμό μέσω καταχρηστικών πρακτικών. Το άσυλο υποστήριζε αυτή τη συμμαχία, ενοχοποιώντας ή και παρεμποδίζοντας την άσκηση ελέγχου και την ανάσχεση των παραπάνω πρακτικών από την πολιτεία και τα θεσμοθετημένα όργανά της. Το άσυλο, όμως, υπονόμευε ακόμη περισσότερο την ακαδημαϊκή ελευθερία, επιτρέποντας τη βίαιη παρεμπόδιση διαλέξεων και συνεδρίων με θεματολογία μη αρεστή σε ομάδες φοιτητών που ανήκαν σε νεολαίες ή στον λεγόμενο «αντιεξουσιαστικό» χώρο.

Στην Τουρκία το στρατιωτικό καθεστώς του 1980-1983, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα αποπολιτικοποιημένο και προσανατολισμένο προς την οικονομία πανεπιστήμιο, έδωσε τη δυνατότητα σε μεγάλες και πιστές στο καθεστώς επιχειρηματικές οικογένειες να ιδρύσουν ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια. Αρχικός σκοπός τους ήταν να δημιουργήσουν τεχνοκρατικές ελίτ και να λειτουργήσουν ως αντίπαλον δέος στο δημόσιο πανεπιστήμιο που οι Τούρκοι στρατοκράτες θεωρούσαν ιδεολογικά αφερέγγυο. Συν τω χρόνω, επήλθε διάσταση αντίληψης μεταξύ του στρατιωτικού κατεστημένου και της τουρκικής επιχειρηματικής τάξης όσον αφορά τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας, στον οποίο στηριζόταν και η ευρωπαϊκή προοπτική της γείτονος. Αυτή επέτρεψε τη σύναψη συμμαχίας μεταξύ των προοδευτικών και φιλελεύθερων μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας της Τουρκίας και των ιδρυτών των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Ετσι δημιουργήθηκε μια κρίσιμη μάζα ΑΕΙ όπου εδραιώθηκε η ακαδημαϊκή ελευθερία και ο πλουραλισμός. Εκεί κατέστη δυνατή η αμφισβήτηση κεμαλικών θεσφάτων σε θέματα όπως το Αρμενικό, οι μειονότητες, οι σχέσεις θρησκείας και πολιτικής. Παράλληλα, τα πανεπιστήμια αυτά διευκόλυναν τον επαναπατρισμό κορυφαίων Τούρκων ακαδημαϊκών του εξωτερικού, παρέχοντας τις αναγκαίες υποδομές για την απρόσκοπτη συνέχιση του διδακτικού και ερευνητικού τους έργου.

Τρία συμπεράσματα. Πρώτον, η Τουρκία, ενισχύοντας -έστω και ακουσίως- την ακαδημαϊκή ελευθερία, έχει αποκτήσει προβάδισμα έναντι της Ελλάδος όσον αφορά τη διάχυση και παραγωγή γνώσης. Δεύτερον, κατά την αξιολόγηση των παραμέτρων που εμπεδώνουν την ακαδημαϊκή ελευθερία, οφείλουμε να μην εμμένουμε στα «ονομαστικά» χαρακτηριστικά ενός πανεπιστημιακού συστήματος, ακόμη και όταν αυτά κατοχυρώνονται συνταγματικά, όπως με το άρθρο 16 του ελληνικού Συντάγματος, αλλά να αποτιμούμε τις πραγματικές συμμαχίες δυνάμεων και ευρύτερες δυναμικές που είτε εδραιώνουν την ακαδημαϊκή ελευθερία είτε την καθιστούν κενό γράμμα. Τέλος, όσα συστήματα χαρακτηρίζονται από θεσμική μονοκαλλιέργεια κινδυνεύουν από συνολικά καταστροφικές παθήσεις. Αντιθέτως, ο θεσμικός πλουραλισμός, όπως στην περίπτωση συνύπαρξης δημόσιων και ιδιωτικών πανεπιστημίων, παρέχει ισχυρότερα εχέγγυα ότι ένα σύστημα θα διατηρήσει την εξελικτική του ικανότητα.

* Ο κ. Ι. Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ, επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ. Ο κ. Αντ. Καμάρας είναι σύμβουλος του δημάρχου Θεσσαλονίκης.