ΑΠΟΨΕΙΣ

ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ

Δυο φορές αθώα

εκδ. Κέδρος

​​​​«Η διπλή ζωή της Βερόνικα» ήταν μια μεταφυσική, μελαγχολική ταινία του Κριστόφ Κισλόφσκι για τα δυο μισά της ίδιας γυναίκας, σε δύο χώρες και με διαφορετικές μοίρες. Η ταινία βγήκε το 1991, με υπέροχη μουσική του Ζμπίγκνιου Πράισνερ που τον έκανε διάσημο. Την ίδια χρονιά, μια άλλη Βερόνικα, το κεντρικό πρόσωπο στο νέο μυθιστόρημα της Ελενας Χουζούρη, έχει δύο χρόνια που έχει κόψει τη ζωή της στα δυο και έχει γυρίσει στην Ελλάδα, στην «πατρίδα», όπως έμαθε από τον πατέρα της να τη σκέφτεται αλλά όχι να τη νιώθει. Καπετάνιος του ΕΛΑΣ ο πατέρας, που βρέθηκε με τον Εμφύλιο στην Τασκένδη, μεγαλώνει τη Βερόνικα μόνος του, με τη μητέρα κάπου χαμένη, με τη νοσταλγία της Ελλάδας.

Ευχή και χρέος όλων όσοι αγωνίστηκαν για την Ελλάδα και την εγκατέλειψαν άκοντες στα χρόνια του Εμφυλίου, η «καλή πατρίδα»: να γυρίσουν σε μια πατρίδα που ουδεμία σχέση έχει με αυτήν που άφησαν πίσω αλλά και με αυτήν που ονειρεύονται. Η Βερόνικα, γεννημένη στην ΕΣΣΔ, κάνει το χρέος της και επιστρέφει στην Ελλάδα, παρότι σκέφτεται στα ρωσικά και όπως της είχε πει η Ρωσίδα δασκάλα της «πατρίδα είναι η γλώσσα που σκεφτόμαστε». Είκοσι χρόνια μετά δεν γνωρίζει ούτε αναγνωρίζει την εχθρική απέναντι στους παλιννοστούντες Ελλάδα. Αν έμενε λίγο ακόμη στην ΕΣΣΔ, θα γινόταν διπλά ξεριζωμένη. Μπορεί η ίδια να μην επέστρεψε ποτέ στην Τασκένδη, αλλά οι συμμαθήτριες και φίλες της της περιγράφουν μια άλλη πόλη, σε μια άλλη χώρα, έναν κόσμο διαφορετικό που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον δικό τους.

Στο μυθιστόρημα της Χουζούρη οι συμπτώσεις δεν είναι ενδεχομένως απολύτως πειστικές στο πλαίσιο μιας ζωής, αλλά άραγε συχνά η ζωή δεν ξεπερνά την τέχνη; Ούτε όμως και επηρεάζουν τη θερμοκρασία και την εμβέλεια του μυθιστορήματος, καθώς αυτό στηρίζεται εξ ολοκλήρου σχεδόν στην εξαιρετικά συγκροτημένη μορφή της Βερόνικας – και στο βλέμμα της, που διατρέχει την πόλη της Αθήνας σε ποικίλες χρονικές στιγμές. Με τρόπο που θυμίζει Ιωάννου (κι ας αναφέρει άλλες συνομιλίες στο τέλος), η Χουζούρη θέτει το ερώτημα τι σημαίνει πατρίδα, μιλώντας για τους πολιτικούς πρόσφυγες, τα παιδιά και τα εγγόνια τους, που ζουν ξένοι παντού παρεκτός στο πλαίσιο της φαντασιακής κοινότητας των συναγωνιστών και συντρόφων τους, και τοποθετώντας το ερώτημα στη σημερινή εποχή, που η κρίση διώχνει πάλι τους Ελληνες, και ειδικά τους νέους, μακριά. Για εκείνην, όμως, πατρίδα είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας κι όχι αναγκαστικά εκεί που τραβάει το αίμα και η ράτσα.

Αυτή η ιδιαίτερη ματιά του Ελληνα-ξένου, τον οποίο η Ελλάδα διαχρονικά απορρίπτει, φωτίζει διαφορετικά αφενός τη ροή των γεγονότων, από τις διαδηλώσεις για τη Μακεδονία ώς εκείνες ενάντια στα μνημόνια. Παράλληλα, η νέα δημοσιογράφος που παίρνει συνέντευξη από τη μεσόκοπη Βερόνικα είναι με κάποιον τρόπο μια άλλη, χρονικά μετατοπισμένη εκδοχή της, καθώς για να βρει δουλειά και να ζήσει με αξιοπρέπεια φεύγει στην υγρή και σκοτεινή Αγγλία, την οποία γνωρίζει και δεν αντέχει. Κι οι δυο αφήνουν πίσω τη χώρα που νιώθουν πατρίδα τους, η καθεμιά για τους δικούς της λόγους. Το φως, τη μητρική μορφή, το τσάι, τον έρωτα, τις ταινίες, τα ποιήματα.

Η Βερόνικα την κουβαλά μέσα της, όσο κι αν προσπαθεί να την ξεχάσει, όπως θα γίνει προφανώς στο μέλλον και με τη Δανάη. Αλλά επιλέγει να βρει τελικά τον παρονομαστή στη ζωή και τη μη ζωή που έχει ζήσει στην υπηρεσία του πατέρα της, να ζήσει τη δική της, τρίτη ζωή. Καλοσχεδιασμένο, απλό, στιβαρό, επαρκώς αποστασιοποιημένο αλλά και χωρίς να φοβάται τη συγκίνηση, το βιβλίο της Χουζούρη συνδέει επιτυχώς και με οικονομία τη μνήμη και το τραύμα της Ιστορίας με τη σημερινή Ελλάδα της κρίσης. Μια πολύ καλή δουλειά στο πλαίσιο μιας προβληματικής που καιρό τώρα ξεδιπλώνει η Χουζούρη.