ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια κρίσιμη καμπή

Το προηγούμενο καλοκαίρι, ο κ. Σαμαράς, αντιλαμβανόμενος τον σημαντικό κίνδυνο πτώχευσης της Ελλάδας και εξόδου από την Ε.Ε., ανέκρουσε πρύμναν και αντιμετώπισε τα μακροοικονομικά προβλήματα, αφήνοντας στην άκρη τις ρητορείες περί μνημονιακών πολιτικών. Ο τελευταίος χρόνος ήταν ένας δύσκολος αγώνας δρόμου για την ανάκτηση της ελληνικής αξιοπιστίας. Οι αριθμοί βγήκαν στο μακροοικονομικό επίπεδο και οι πιστωτές μας πείστηκαν να μας στηρίξουν. Κάτω από αυτήν την αισιόδοξη εικόνα όμως, οι δυσκολίες παραμένουν, και είναι αμφίβολο το κατά πόσον η κυβέρνηση έχει αντιληφθεί πόσο σημαντική είναι η σημερινή καμπή.

Το βασικότερο πρόβλημα, όπως όλοι αναγνωρίζουν, είναι διαρθρωτικό. Είναι η κακή ποιότητα παροχής κρατικών υπηρεσιών σε σημαντικούς τομείς όπως η Υγεία, η Εκπαίδευση και η Πρόνοια. Είναι η αδυναμία αποτελεσματικής συλλογής φόρων και οι στρεβλώσεις που δημιουργεί στην οικονομία. Είναι ο περιορισμένος ανταγωνισμός, ο οποίος σημαίνει ότι οι τιμές στην Ελλάδα δεν πέφτουν όσο το κόστος. Είναι το ότι η οικονομία μας είναι εσωστρεφής και ότι ακόμη και μεγάλες αυξήσεις στις εξαγωγές έχουν μικρό συνολικό αποτέλεσμα στο ΑΕΠ. Είναι ότι η παραγωγή είναι δυσανάλογα καταμερισμένη σε μικρότερες, παραδοσιακές και συχνά αναποτελεσματικές επιχειρηματικές μονάδες, που λειτουργούν ως επέκταση οικογενειακών δομών.

Η λύση για τα προβλήματα αυτά είναι προφανής. Πρώτον, με τη δραματική συρρίκνωση των διαθέσιμων δημόσιων πόρων και τις καλπάζουσες κοινωνικές ανάγκες που δημιουργεί η ύφεση, πρέπει να εξορθολογιστεί ο ευρύτερος τομέας – όχι για να περιοριστούν δαπάνες, όσο για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα του κράτους. Δεύτερον, πρέπει να λειτουργήσει καλύτερα ο ανταγωνισμός. Τρίτον, πρέπει να γίνουν επενδύσεις, για να μπορέσουν υγιείς και νέες παραγωγικές επιχειρήσεις να λάβουν τη θέση όσων κλείνουν, και να εκμεταλλευτούν το (νέο και άνεργο) εργασιακό δυναμικό. Αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει το ρυθμιστικό περιβάλλον να βοηθά ή, τουλάχιστον, να μην εμποδίζει την επιχειρηματική πρωτοβουλία. Πρόσφατες προσπάθειες όπως το επιχειρηματικό παρατηρητήριο του ΣΕΒ έχουν καταδείξει το μέγεθος του προβλήματος: Ακόμη και εάν βρεθούν κεφάλαια (ελληνικά ή κινεζικά), με το τρέχον καθεστώς οι επενδύσεις θα «κολλήσουν», βυθίζοντάς μας στον φαύλο κύκλο της ύφεσης.

Η λύση και στα τρία προβλήματα είναι, σε γενικές γραμμές, γνωστή. Ολοι αντιλαμβάνονται ότι το γενεσιουργό αίτιο των προβλημάτων είναι οι εγγενείς αδυναμίες της Δημόσιας Διοίκησης να αντεπεξέλθει στο έργο της. Και όμως, ελάχιστα γίνονται στην πράξη. Η καθημερινότητα στη ζωή των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχει αλλάξει. Και ο λόγος είναι εξίσου προφανής: Η Δημόσια Διοίκηση αποτελεί το τελευταίο μετερίζι του βαθέος κομματικού κράτους. Οι πιέσεις για τη διατήρηση του status quo είναι ασφυκτικές από τους κομματικούς μηχανισμούς και των τριών κομμάτων. Αρα, η παρέλκυση είναι αναμενόμενη. Οι πιστωτές μας το γνωρίζουν και μας έχουν δώσει ασφυκτικό περιθώριο χρόνου, μόνο ώς τον Σεπτέμβριο, για να δείξουμε ότι κάτι αλλάζουμε. Πάντως, άσχετα με τις πιέσεις των πιστωτών (που συμβολικά συνοψίσθηκαν στην υποχρέωση 15.000 απολύσεων) ή τις υποχρεώσεις του Μνημονίου, η έλλειψη προόδου στην αναδιάρθρωση της Δημόσιας Διοίκησης απειλεί να αποδομήσει ό,τι έχει σταθεροποιηθεί μέχρι τώρα.

Στις λίγες περιπτώσεις που έγινε συντονισμένη προσπάθεια αλλαγής, όπως π.χ. στις αδειοδοτήσεις των πλοίων, τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Δυνατότητες ριζικών βελτιώσεων υπάρχουν, αλλά υπάρχει και τεράστια αντίσταση. Το ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι αρκετές προσπάθειες παραμένουν ατελείς. Στο πλαίσιο της τρέχουσας αναθεώρησης των διοικητικών δομών, π.χ., το ΥΠΑΔΜ έχει δώσει εντολή να μην επανεξετάζεται η λειτουργία του κάθε οργανισμού, ούτε οι διαδικασίες και οι δεξιότητες που χρειάζονται. Χάνεται, δηλαδή, η δυνατότητα μιας πραγματικής αναδιάρθρωσης της Δημόσιας Διοίκησης, ενώ αναλισκόμαστε σε δευτερεύοντα ζητήματα. Ακόμη σημαντικότερη είναι η συνεχιζόμενη έλλειψη στοιχείων και διαφάνειας για την αποδοτικότητα της Δημόσιας Διοίκησης, που επιτρέπει γενικόλογες συζητήσεις χωρίς να ξέρουμε τι αποδίδει, τι δεν αποδίδει και γιατί.

Το μέγεθος του προβλήματος εμπεριέχει και τη λύση του. Εάν η κυβέρνηση επικεντρώσει τις προσπάθειές της στο πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένα προβλήματα μέσω ενός ορθολογικού σχεδιασμού, με έμφαση στη χρηστή διοίκηση, στην αξιολόγηση και την αποτελεσματικότερη κατανομή πόρων, τα αποτελέσματα για την κυβέρνηση μπορούν να γίνουν εντυπωσιακά. Από διοικητικής πλευράς, θα αξιοποιήσει τις υπάρχουσες δυνατότητες εντός της Δημόσιας Διοίκησης. Από οικονομικής πλευράς, θα μπορέσει να στηρίξει την ανάπτυξη (και τον σταδιακό διαρθρωτικό μετασχηματισμό της οικονομίας) μέσα από διευκόλυνση νέων επενδύσεων. Από πολιτικής πλευράς, θα μπορέσει να απεμπλακεί από τη στείρα αντιπαράθεση μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών» πολιτικών, μιας και το επίκεντρο θα γίνει η αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων που μαστίζουν την Ελλάδα. Μόνο μία σοβαρή και συνεπής προσπάθεια αλλαγής της Δημόσιας Διοίκησης θα μπορέσει να καταδείξει την πλήρη ένδεια απόψεων, πολλώ δε μάλλον λύσεων, από την πλευρά της Χρυσής Αυγής (αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ).

Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή. Εχουμε πραγματοποιήσει τις κοινωνικά επώδυνες αλλαγές – συχνά άτσαλα και χωρίς σχέδιο ως προς το τι περικόπτουμε και γιατί. Δεν έχουμε όμως κάνει τις κοινωνικά επωφελείς αλλά πολιτικά δύσκολες αλλαγές στη Δημόσια Διοίκηση. Εάν ο πρωθυπουργός αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης και συνειδητοποιήσει ότι η αναδιάρθρωση της Δημόσιας Διοίκησης χρειάζεται άμεση στήριξη, θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για success story, αντί για μια σύντομη περίοδο νηνεμίας. Ας ελπίσουμε ότι οι πολιτικοί υπολογισμοί και η διάθεση για υστεροφημία θα βοηθήσουν τον πρωθυπουργό να μεταστρέψει τη στάση του και να επιδείξει αποφασιστικότητα στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια.

* Ο κ. Μιχ. Γ. Ιακωβίδης κατέχει την έδρα Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας στο Sir Donald Gordon στο London Business School.