ΑΠΟΨΕΙΣ

Μερικές σκηνές από την ταινία της ζωής μας, σε μαυρόασπρο…

Γυρίστηκε στο διάστημα από το 1955 ώς το 1961 όταν οι άνθρωποι ύστερα από πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο, ερείπια ζούσαν σε κλίμα ανοικοδόμησης και είχαν αρχίσει και πάλι να χαμογελάνε και να γεύονται προσιτές χαρές σε οικογενειακό κλίμα. Τόπος, το Νέο Φάληρο εκείνης της εποχής, οι μεγάλοι, οι συνταξιούχοι της ζωής, περνούσαν τα πρωινά τους ψαρεύοντας στην εκβολή του Κηφισού, είναι Μάρτιος του 1955, φαίνεται ότι κάνει ψύχρα από τα ρούχα και την τραγιάσκα, αλλά η προοπτική να πιάσουν ψάρι που θα πάει στο τηγάνι της κυράς, τους κάνει να περιμένουν υπομονετικά, και συντροφικά, να τσιμπήσει το δόλωμα… Ακόμα τα νερά του Κηφισού ήταν αμόλυντα στην εκβολή του Κηφισού στο Νέο Φάληρο, και το 1961, ο παππούς, η γιαγιά, η κόρη φέραν το παιδί για το μπανάκι του στα αβαθή νερά… Τα σχολεία είχαν κλείσει, και για διακοπές τα παιδιά κατέβαιναν στην αμμουδιά του Νέου Φαλήρου για μπάνιο αλλά και για να δουν τι έπιασε η τράτα με το ολοζώντανο μαριδάκι του Φαλήρου να σπαρταρά στα δίχτυα, καλοκαίρι του 1958… Μετά τη βραδινή καλάδα και το ξεπούλημα των ψαριών πατέρας και γιοι ετοιμάζουν την κακαβιά στην παραλία, είμαστε στο 1959, στην πλευρά που ορθώνεται τώρα το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας… Τι ταινία είναι αυτή χωρίς κορίτσια, χωρίς «ντεκαποτάμπλ» μεταφορικό μέσον; Να όμως ένα που έρχεται για το κυριακάτικο οικογενειακό μπανάκι στο Νέο Φάληρο που είχε καμπίνες και μπαράκι με λεμονάδα και παγκάκι για να ξαποσταίνουν οι λουόμενες δωρεάν!…

Γυναίκες και παιδιά της προσχολικής ηλικίας και λίγο μεγαλύτερα, ο πατέρας οδηγεί το καροτσάκι με το οποίο κάνει τις μεταφορές και βγάζει τα οικογενειακά έξοδα… Εδώ, τελειώνουν οι σκηνές από αυτή την ταινία που έχει τίτλο «Το Φαληράκι που χάσαμε». Δεν τύπωσε πρόγραμμα, κι όσο για τη «συνέχεια επί της οθόνης», τη βλέπουμε εμείς κάθε ημέρα, από τα παράθυρα των γραφείων της «Καθημερινής».

Σχεδόν άφαντη η θάλασσα στο βάθος, ο Σαρωνικός έχει βγάλει αεράκι και τα ιστιοπλοϊκά έχουν σκάσει μύτη στην άκρη της τσιμεντένιας «παντόφλας» του ΣΕΦ. Μαβιά η αχνή σιλουέτα της Αίγινας στο βάθος και μπροστά μας το τσιμέντο, οι γέφυρες, ο συγκοινωνιακός κόμβος που έμεινε κληρονομιά από τους Ολυμπιακούς του 2004 (μπροστά μας έγιναν όλα αυτά τα πολυδάπανα έργα και οι ασφαλτοστρώσεις, όσο για τις επιχωματώσεις που δημιούργησαν το νέο αυτό «τοπίο προόδου» είναι η αιτία που χάνουμε, μετά το Φαληράκι, και τη θάλασσα)…

Εάν μάλιστα γίνει για να βοηθήσει, όπως αρμοδίως γράφτηκε από υπουργικά χείλη στην τουριστική ανάπτυξη η Μαρίνα για τα κρουαζιερόπλοια στην ακτογραμμή του Φαλήρου από τις εκβολές του Κηφισού αλλά και του Ιλισού, οι άνθρωποι, αλλά και τα ιστιοπλοϊκά του όρμου του Φαλήρου, θα χάσουν κάθε πρόσβαση προς τη θάλασσα.

Εκείνο που μέτρησε όταν έβαλαν κάτω αυτό το νέο σχέδιο που, όπως λένε, θα αποφέρει τουριστικό συνάλλαγμα στο Δημόσιο είναι ότι «υπάρχουν δρόμοι για γρήγορες μετακινήσεις των επιβατών προς Αθήνα με το άραγμα του κρουαζιερόπλοιου. Με πούλμαν, αλλά και με τραμ, με τρένο, με τον Ηλεκτρικό στη διάθεση των επιβατών». Ετοιμαζόμαστε για μεγαλύτερο μποτιλιάρισμα, καθώς οι δρόμοι προς το λιμάνι του Πειραιά είναι ήδη φορτωμένοι, με κίνηση φορτηγών και εμπορευμάτων για τα νησιά…

Μήπως, όμως, ξεχνάμε το κυριότερο, που είναι οι άνθρωποι του Νέου Φαλήρου, των Τζιτζιφιών, του Μοσχάτου; Αυτοί είναι και οι πρωταγωνιστές της μαυρόασπρης ταινίας που μιλήσαμε στην αρχή. Οι περίοικοι της ακτής του Νέου Φαλήρου περιμένουν το νέο πολιτισμένο όραμα που θα προβάλλει από το εργοτάξιο του Ρέντσο Πιάνο για το μεγαλειώδες έργο του Ιδρύματος Νιάρχου. Ζουν με την ελπίδα ότι κάτω από τους δρόμους και τις γεμάτες κίνηση γέφυρες θα πραγματοποιηθεί κάποτε το Μητροπολιτικό Πάρκο, ένας πράσινος παράδεισος που θα έχει άμεση γειτνίαση με τη θάλασσα. Οπως, έγραψε στο πρωτοσέλιδο «Σχόλιο» της Τετάρτης 29 Μαΐου ο Αλέξης Παπαχελάς, με τίτλο «Η Αθήνα και η παραλία Φαλήρου»: «Με εξαίρεση τη μαρίνα του Φλοίσβου, η γύρω περιοχή έμεινε αναξιοποίητη και η πόλη έχασε ουσιαστικά τη θέα και την πρόσβαση στη θάλασσα. Ολα έγιναν πρόχειρα και με βιασύνη, χωρίς κανείς να κάτσει να σκεφθεί πώς θα θέλαμε να μοιάζει η πόλη μετά τους Ολυμπιακούς. Παρ’ όλα αυτά, βλέπει κανείς τη δίψα των Αθηναίων για τη θάλασσα, ακόμη και μέσα σε αυτό το ημιτελές, αντιαισθητικό τοπίο». Και παρακάτω «η πόλη, ο σχεδιασμός και η αισθητική της δεν είναι αρμοδιότητα κανενός υφυπουργού ή κάποιου δημοσιοσχετίστα. Ανήκει σε όλους μας και είναι καιρός να το καταλάβουν αυτό όλοι. Η Αθήνα χρειάζεται όραμα, λίγα μεγάλα έργα και αισθητική»… Και να θυμόμαστε πως την κατοικούν άνθρωποι που γεννήθηκαν δίπλα στη θάλασσα και που τώρα τη βλέπουν να απομακρύνεται, να χάνεται, σαν να ‘ναι καράβι. Απρόσιτη γι’ αυτούς και προσιτή γι’ αυτούς που έρχονται τουρίστες από όλα τα σημεία του κόσμου.

Κοντά στις μαυρόασπρες φωτογραφίες, που είναι από το Αρχείο της «Καθημερινής» και της στήλης, τραβηγμένες από τον επί χρόνια συνεργάτη μας κ. Νίκο Καπίρη, φωτορεπόρτερ, τώρα συνταξιούχο, και η οπτική καταγγελία της μεγάλης φωτογραφίας με το πανόραμα του ασφαλτοστρωμένου τοπίου που προχωρεί προς το λιμάνι του Πειραιά. Στη γαλανή φλούδα της θάλασσας που συνορεύει με τον ουρανό, χωράει ένα τέτοιο έργο, όπως η Μαρίνα για μεγάλα κρουαζιερόπλοια; Ας ελπίσουμε ότι δεν θα υπάρξει αποδεικτικτή μελλοντική φωτογραφία…