ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποιος ήταν ο πραγματικός Ανδρέας;

Εχουν περάσει τριάντα εννέα χρόνια από την 3η του Σεπτέμβρη 1974, την ημέρα της γέννησης του ΠΑΣΟΚ από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Καθώς το κόμμα αυτό, σήμερα υπό την ηγεσία του Ευάγγελου Βενιζέλου, συνεδριάζει και προβληματίζεται για τα έργα και τις ημέρες του, το ερώτημα που εγείρεται είναι αν οι σχετικές διαβουλεύσεις θα αποτελέσουν μια επιστημονική νεκροψία ή μια σωτήρια επέμβαση αλλαγής της αορτικής του βαλβίδας. Η απάντηση θα εξαρτηθεί, κυρίως, από την αποτίμηση της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς του πολυδιάστατου ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέα Παπανδρέου. Με άλλα λόγια, ήταν το ΠΑΣΟΚ ένα προσωποπαγές κόμμα, μια οντότητα της οποίας ο βίος φθίνει μετά την αποχώρηση του ιδρυτή του από την εξουσία ή ένα θεσμικό μόρφωμα που θα αντέξει στις εναλλαγές των αρχηγών του στην ηγεσία;

Ενα χρήσιμο και προσεκτικά τεκμηριωμένο βιβλίο -που μας βοηθάει να αποκωδικοποιήσουμε την προσωπικότητα και τον ρόλο του Ανδρέα Παπανδρέου στην ελληνική πολιτική σκηνή- εκδόθηκε πέρυσι (σύντομα θα κυκλοφορήσει και σε ελληνική μετάφραση) από τον γνωστό Ελληνοαμερικανό δημοσιολόγο, Stan Draenos. Ο τίτλος του βιβλίου προδίδει τη σύνθετη αποτίμηση του Draenos για τον κεντρικό ήρωα της μελέτης του: «Andreas Papandreou, the Making of a Greek Democrat and Political Maverick», London, I.B. Tauris, 2012.

Η λέξη-κλειδί, που χαρακτηρίζει τον βίο και την πολιτεία του Ανδρέα Παπανδρέου, είναι η «αμφιθυμία». Ο Stan Draenos (στα ελληνικά, Σπύρος Δραϊνάς) παραθέτει πλούσιο υλικό για τον ήρωα του βιβλίου του, καλύπτοντας τα πρώτα χρόνια του στην Ελλάδα (1919-39), τη λαμπρή πανεπιστημιακή σταδιοδρομία του στις ΗΠΑ (1939-59), και την πολιτική του ανάδυση πίσω στην Ελλάδα (μετά το 1960). Προφανώς, ο συγγραφέας εκτιμά βαθιά τον Ανδρέα ως άνθρωπο και πολιτικό, αλλά συγχρόνως επιτρέπει στον αναγνώστη του να φτάσει σε διαφορετικά συμπεράσματα. Ενα από τα πιο ενδεικτικά παραθέματα του βιβλίου (σελ. 4) είναι η εικόνα που ο ίδιος ο Ανδρέας (τότε 17 ετών) είχε για τον εαυτό του, καθώς έγραφε τις εξής αράδες στα αγγλικά στο περιοδικό Athenian του Κολλεγίου Αθηνών (3 Μαρτίου 1936): «Μερικές φορές όταν σταματώ και σκέφτομαι λίγο… σκέφτομαι για τον εαυτό μου. Και, πραγματικά σας λέγω, βλέπω κάτι πολύ διαφορετικό απ’ αυτό που εσείς βλέπετε. Δεν παρουσιάζω σε σας αυτό το παιδί όπως πραγματικά είναι. Οχι, δεν έχω το θάρρος να το κάνω. Προσπαθώ να σας παρουσιάσω έναν άνδρα με μεγάλες διανοητικές ικανότητες, ένα φιλόσοφο, ένα μεγάλο συγγραφέα, ένα κοινωνικό αναμορφωτή… και κατά κάποιο τρόπο κάπως έτσι είμαι. Εχω μερικά χαρίσματα που αναγνωρίζω, αλλά -γενικά- όταν είμαι μόνος με τον εαυτό μου, είμαι απλώς ένας άνθρωπος. Τρώω, πίνω, χαίρομαι την ανατολή του ήλιου, και -τελικά- είμαι γεμάτος από ανθρώπινα πάθη που προσπαθώ να κρύψω».

Το βιβλίο του Δραϊνά αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά για έναν πρόσθετο λόγο. Στα χρόνια 1961-67, που καλύπτονται σε βάθος, η Ελλάδα βρισκόταν μεν σε πορεία οικονομικής ανάπτυξης, αλλά ταυτοχρόνως αυξανόμενης πολιτικής παρακμής. Μετά τον εμφύλιο, είχε κυριαρχήσει αντικομμουνιστικός παροξυσμός, με θεσμούς όπως το Παλάτι και τις Ενοπλες Δυνάμεις να κινούνται έξω από τον έλεγχο της εκάστοτε εκλεγμένης κυβέρνησης. Το Παλάτι (ο βασιλιάς Παύλος εναντίον Κωνσταντίνου Καραμανλή το καλοκαίρι του 1963 και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εναντίον Γεωργίου Παπανδρέου δύο χρόνια αργότερα) λειτουργούσε με παρεμβάσεις στα όρια των συνταγματικών προδιαγραφών. Ο «ξένος παράγοντας», οι ΗΠΑ, έπαιζε τον ρόλο ενός άτυπου ρυθμιστή του πολιτεύματος, που βασιζόταν στις ειδικές σχέσεις της CIA με εξωκοινοβουλευτικούς παράγοντες (βασιλιάς, επιχειρηματίες, στρατός) για να εξασφαλίσει την παραμονή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και, γενικότερα, στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Οι ηττημένοι του εμφυλίου (το ΚΚΕ) παρέμεναν για δεκαετίες εκτός νόμου και λειτουργούσαν συνωμοτικά ή μέσω της παρακομμουνιστικής ΕΔΑ. Και, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται αυτό, οι πελατειακές σχέσεις και το ρουσφέτι στην πολιτική μας ζωή βρίσκονταν σε πλήρη άνθηση. Τέλος, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 έκλειναν και οι τελευταίες φυλακές και οι χώροι εξορίας Ελλήνων με κομμουνιστικές διασυνδέσεις από την περίοδο του εμφυλίου και επέκεινα.

Σε ένα τέτοιο προβληματικό περιβάλλον, ο Ανδρέας Παπανδρέου παρουσιάστηκε το 1959/60 σαν ένα εξωγήινο πολιτικό εμφύτευμα. Γόνος πρωθυπουργού, με ακαδημαϊκές περγαμηνές στο εξωτερικό, προικισμένος με πλούσιες επικοινωνιακές δεξιότητες, είχε την ευκαιρία, ιδίως μετά την αποκατάσταση και εδραίωση της δημοκρατίας (που ήταν το αδιαμφισβήτητο επίτευγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή), να συμβάλει και αυτός στην ομαλοποίηση και τον πλήρη εκσυγχρονισμό του τόπου. Το πόρισμα ιστορικών και πολιτικών επιστημόνων, σε σύγκριση με την ευρέως αποδεκτή θετική αποτίμηση του Καραμανλή, θα αργήσει να διαμορφωθεί για τον Ανδρέα Παπανδρέου. Δύο διαφορετικές ερμηνείες θα διαγκωνίζονται στην περίπτωση του Ανδρέα: η πρώτη τον θεωρεί ως την κορύφωση του λαϊκιστή πολιτικού που προσάρμοζε τον λόγο (και τις υποσχέσεις) του στις ανάγκες ενός όχλου, τον οποίο πραγματικά υποτιμούσε αλλά συγχρόνως κολάκευε. Τον ψέγει επίσης ως έναν εύπλαστο και ηδονιστή ηγέτη που αγνόησε αξιοκρατικά κριτήρια στην επιλογή των επιτελών του (π.χ., Τσοχατζόπουλος) και που αδιαφόρησε πλήρως για την ανάδειξη της αριστείας στην ελληνική κοινωνία.

Η δεύτερη ερμηνεία -που εξακολουθώ να ασπάζομαι- ταξινομεί τον Παπανδρέου σαν έναν επιδέξιο πολιτικό που δανείστηκε τα συνθήματα της κομμουνιστικής Αριστεράς χωρίς την πρόθεση να τα πραγματοποιήσει. Μ’ αυτό τον τρόπο κατάφερε να ενσωματώσει στο πολιτικό σύστημα πολλούς από τους ηττημένους του εμφυλίου, διευρύνοντας το λεγόμενο ελληνικό κατεστημένο – δυστυχώς με μεγάλο οικονομικό κόστος. Αποτέλεσμα: η μείωση των πιθανοτήτων αναβίωσης των μεγάλων διχασμών του 20ού αιώνα.

Προφανώς, οι «ένορκοι» της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας θα συνεχίσουν να διαβουλεύονται για την υπόθεση του Ανδρέα Παπανδρέου για αρκετές ακόμη δεκαετίες. Βιβλία, όπως αυτό του Σπύρου Δραϊνά, θα βοηθήσουν το δύσκολο έργο τους.

*Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.