ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα άρματα μιας φαιδρής επικοινωνιακής μάχης

Μόνο σαν παροξυσμικό σπασμό μιας χώρας που πνίγεται σε ένα άνευ προηγουμένου επικοινωνιακό κομφούζιο, ενδεικτικό όχι μόνο της πολιτικής αλλά κυρίως της πολιτισμικής κρίσης που διανύει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η υπόθεση της απόφασης του υπουργού Δημήτρη Αβραμόπουλου να συμμετέχουν άρματα μάχης και πολεμικά αεροπλάνα με πτήσεις στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς το υψηλό κόστος μιας άσκοπης επίδειξης του πολεμικού εξοπλισμού, όσο η επικοινωνιακή διάσταση μιας τέτοιας εικόνας, την ιστορική στιγμή που ο τόπος χρειάζεται μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις θεμελιώδεις έννοιες της δημοκρατίας από μια φαντασμαγορία στρατιωτικού μεγαλείου.

Κατάλοιπο κυρίως των ψυχροπολεμικών εποχών, οι μεγαλειώδεις στρατιωτικές παρελάσεις, με την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ενωση να επιδεικνύει μέσω αυτών τα τρομερά πολεμικά άρματα της πολεμικής βιομηχανίας της, περιβλήθηκαν, σε χώρες που επένδυαν στη ρητορεία περί εχθρικών επιβουλών, με ισχυρά συναισθηματικά στερεότυπα περί εθνικής ανάτασης από την επίδειξη ενός υπερσύγχρονου στρατού κ.λπ. κ.λπ.

Σιγά σιγά και όσο η ειρήνη στον δυτικό κόσμο στέριωνε στον χρόνο, με αποκορύφωμα το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την κατάρρευση του Τείχους ως ύψιστη επισφράγιση του τέλους του εφιάλτη, οι επιδείξεις στρατιωτικού μεγαλείου στις παρελάσεις πήραν τη μορφή ενός φαντασμαγορικού σόου επιβεβαίωσης της χρησιμότητας των πανάκριβων κονδυλίων που διατίθενται για στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Οι συσχετισμοί με τη λατρεία της στρατιωτικής ρώμης και όλα αυτά τα επικίνδυνα για τις δημοκρατίες, ας πούμε ότι διαλύθηκαν μέσα στην ευφρόσυνη βεβαιότητα μιας δημοκρατίας–των–ακατάσχετων–εξόδων χάριν επίδειξης. Αυτή η τελευταία κι αν είχε γίνει συστατικό της κουλτούρας της.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν όλα αυτά αναβαπτίζονται στις πολιτικές ανάγκες των καιρών της λιτότητας. Και όταν τα μηνύματα, που άλλοτε ήταν ευανάγνωστα και πάντως επεξεργασμένα με το φίλτρο της οικονομικής ευρωστίας και ως εκ τούτου της δημοκρατικής βεβαιότητας, γίνονται συγκεχυμένα μέσα στο περιβάλλον της οικονομικής και επομένως πολιτισμικής κρίσης.

Περιβάλλον ιδανικό προς εκμετάλλευση από τη λαϊκιστική ρητορεία, η οποία έχει επενδύσει με πάθος στον φόβο της αβεβαιότητας και προσφέρει σενάρια που εκτείνονται από τη φαιδρότητα του «μας ψεκάζουν» μέχρι τον συγκεκαλυμμένο ή και απροκάλυπτο εθνικισμό της απομόνωσης της χώρας από το ευρωπαϊκό της περιβάλλον, με ακραία έκφανσή του τον στρατολαγνικό νεοναζισμό της Χ.Α.

Απέναντι σε όλο αυτό, τι προτείνει ως επικοινωνιακό οικοδόμημα ως εξαρχής αφήγηση για μια χώρα και εντέλει μια ολόκληρη εποχή που βουλιάζει στην αγωνία της προσωρινότητας, μια επιδεικτικά σπάταλη φαντασμαγορία αρματωμένης στρατιωτικής τάξης; Είναι δημοκρατική απάντηση στις απειλές μιας μερίδας νοσταλγών της «ένστολης προστασίας» των αξιών του έθνους μέσω της ανατροπής του κοινοβουλευτισμού;

Ή μήπως μπορεί αυτή η επιστροφή σε μηνύματα από τις εποχές των μεγάλων –οικονομικών– ψευδαισθήσεων να αποτελέσει οποιαδήποτε, συμβολική έστω, απάντηση στα μεγάλα προβλήματα των καιρών. Γιατί, αν είναι έτσι, τα ρέστα μας για καύσιμα αρμάτων και πολεμικών αεροπλάνων, των οποίων οι πανηγυρικοί σχηματισμοί θα διαμηνύουν τη δύναμη της ενότητας της χώρας μπροστά στον εχθρό.

Ωστόσο, ο σύγχρονος «εχθρός» απαιτεί πολιτική απάντηση και όχι συμβολικές, αρματωμένες παρελάσεις, καθώς τα πραγματικά προβλήματα υπερβαίνουν την έννοια του εθνικού. Είναι η διαδικτυακή λεκτική έκρηξη βίας, με εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά, που δεν υπακούουν ακριβώς σε πολιτικούς σχηματισμούς, όσο σε προσωπικούς ναρκισσισμούς. Είναι η αγωνιώδης αναζήτηση νοήματος σε επαγγελματικές και κοινωνικές εμπειρίες, που πλέον χαρακτηρίζονται από την κατάρρευση οποιουδήποτε μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, άρα από την κατάρρευση κάθε αισθήματος ασφάλειας. Είναι οι συγκρούσεις συμφερόντων, ιδεολογικές και θρησκευτικές, και οι πολιτισμικοί πόλεμοι.

Χωρίς να μπορεί να αρνηθεί κανείς την επικοινωνιακή ισχύ της μνήμης μιας μεγαλειώδους στιγμής εθνικής ενότητας (γιατί αυτό είναι για τη χώρα η μνήμη της ημέρας που κηρύχτηκε ο πόλεμος και όχι της ημέρας που έληξε με το τραυματικό επακόλουθο του εμφυλιοπολεμικού διχασμού), η ελέω εθνικής εορτής έμφαση στη στρατιωτική αρματωσιά σαν συμβολικό ενωτικό υλικό μόνο τα επικίνδυνα στοιχεία της πλάνης, ως προς το ποια μπορεί να είναι η λύση στις αδυναμίες της πολιτικής, μπορεί να ενεργοποιήσει.

Πολύ περισσότερο, όταν η επικοινωνιακή έκρηξη των μιντιακών δημοκρατιών έχει διαμορφώσει, αν μη τι άλλο, ένα κοινό ρευστό, με τις επικοινωνιακές τεχνολογίες να αποενοχοποιούν την έκφραση γνώμης επί παντός και μάλιστα με όση χουλιγκάνικη επιθετική βία συσσωρεύουν οι ταπεινώσεις της καθημερινότητας στους ευάλωτους ψυχισμούς – και όχι απαραιτήτως στις ευάλωτες κοινωνικές κατηγορίες. Σε όλα αυτά η απάντηση μπορεί να είναι πολιτική, ακόμη και με την απλοϊκή και εξ αυτού συμβολικά ισχυρή έννοια της νοικοκυρίστικης οικονομίας για καύσιμα αρμάτων στην παρέλαση.