ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα αποφθέγματα και οι πράξεις

Σε σχόλιό του για το άρθρο μου της περασμένης Κυριακής, ένας αναγνώστης έγραψε: «Τώρα, για την Ελλάδα δεν χρειάζεται και πολύ να θεωρητικολογούμε με τα αποφθέγματα του Καμύ. Εχετε κάτι πρακτικό να προτείνετε να απαλλαγούμε από τους κοτζαμπάσηδες που μας κυβερνούν με την Αυλή τους, όπως παλαιότερα οι Τούρκοι δυνάστες;». Δεν είναι ο μόνος. Συχνά, αναγνώστες εκφράζουν θυμό για άρθρα που, κατά τη γνώμη τους, δεν προτείνουν λύσεις. Αυτό είναι φυσικό όταν η χώρα παραδέρνει σε μια κρίση που δεν την απέτρεψαν ούτε οι δημοσιογράφοι, ούτε οι πολιτικοί, ούτε οι πανεπιστημιακοί, ούτε οι δικαστικοί, ούτε οι τραπεζίτες, ούτε κανένας από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Ε.Ε., ούτε κανείς άλλος. Τώρα, οι ίδιοι που δεν απέτρεψαν την καταστροφή καλούνται να δείξουν τη διέξοδο από την κρίση. Συχνά, όμως, η οργή των πολιτών και η σύγχυση που προκαλείται στη δημόσια συζήτηση από συγκρουόμενα συμφέροντα, θολώνουν την εικόνα της πραγματικότητας.

Οι δημοσιογράφοι φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κρίση, επειδή –είτε έβλεπαν τον κίνδυνο είτε αδιαφορούσαν– δεν έκρουσαν τον κώδωνα εγκαίρως. Σε αυτό δεν είναι μόνοι. Εν μέσω κρίσης, αν φέρουν κι άλλη ευθύνη, είναι ότι δεν έχουν βοηθήσει στη δημιουργία μιας πειστικής εικόνας για το πού βρίσκεται η χώρα και να παρουσιάσουν με νηφαλιότητα και αξιοπιστία τι πρέπει να γίνει. Αυτό δεν αφορά όλους τους δημοσιογράφους και δεν είναι μόνο οι δημοσιογράφοι που ευθύνονται για τη σύγχυση, αλλά και όλοι οι παράγοντες της δημόσιας ζωής.

Τώρα ας μιλήσουμε πιο «πρακτικά»: Η Ελλάδα ζει με δανεικά, με τη στήριξη των εταίρων της, και η συνέχιση του δανεισμού εξαρτάται από την εκπλήρωση ενός μεγάλου αριθμού δεσμεύσεων. Το Μνημόνιο το οποίο υπέγραψε η Ελλάδα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εμπεριέχει ένα σύνολο περίπου 900 δεσμεύσεων. Το γεγονός ότι η χρηματοδότηση της Ελλάδας εξαρτάται από την τήρηση αυτών των δεσμεύσεων συνεπάγεται μια διαρκή διαπραγμάτευση με τους δανειστές, αλλά και τεράστια μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Το Μνημόνιο είναι, ουσιαστικά, μια προσπάθεια επανίδρυσης του κράτους – κάτι που οι πολιτικοί μας δεν ντρέπονταν να διακηρύττουν, έως την ώρα που έπρεπε να το εφαρμόσουν, με τις επιταγές των εταίρων.

Για να εκπληρωθούν οι δεσμεύσεις που αφορούν τη δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού κράτους, όμως, χρειάζεται ένα ήδη λειτουργικό κράτος. Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέσπισε, πριν από δύο χρόνια, την Ομάδα Εργασίας για την Ελλάδα (η γνωστή πλέον Task Force for Greece). Σε αυτήν συμμετέχουν 60 ειδικοί από 18 χώρες της Ε.Ε., με στόχο να ενισχύσουν τον κρατικό και διοικητικό μηχανισμό ώστε να μπορεί να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις και να βελτιωθεί το κλίμα για επενδύσεις και επιχειρηματικότητα. Η πέμπτη έκθεση δραστηριοτήτων της Ομάδας Δράσεως (για την περίοδο Απρίλιος – Σεπτέμβριος 2013) δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη Τρίτη. Από μερικά κεφάλαια μόνο, βλέπουμε τις «πρακτικές» προτάσεις που απασχολούν το κράτος και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Επιτάχυνση της απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων (όπου για πρώτη φορά η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.), πρόσβαση σε χρηματοδότηση (με το τεράστιο πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας να συνεχίζεται), διοικητική μεταρρύθμιση, φορολογική μεταρρύθμιση (κυρίως με την ίδρυση της Γεν. Γραμματείας Εσόδων), μέτρα εναντίον της διαφθοράς (όπως η θέσπιση του Εθνικού Συντονιστή κατά της Διαφθοράς), βελτιωμένος συντονισμός του κυβερνητικού έργου, και άλλα πολλά. Οπως σημειώνει η έκθεση, όμως, τα προβλήματα της ανεργίας και της έλλειψης ρευστότητας παραμένουν μεγάλες πληγές.

Προτάσεις υπάρχουν, πολύ πιο σοβαρές απ’ όσες θα μπορούσε να προτείνει όποιος δημοσιογράφος. Οι αλλαγές στην οικονομία, οι μεταρρυθμίσεις, νέες μέθοδοι και κανονισμοί προχωρούν. Η «επανίδρυση του κράτους» δεν είναι ούτε εύκολη ούτε γίνεται γρήγορα. Στην Ελλάδα, όμως, πρέπει να γίνει άμεσα. Αυτό προκαλεί οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις. Η χώρα βρίσκεται σε σημείο όπου ούτε έχει χαθεί ο πόλεμος, αλλά ούτε έχουμε νικήσει. Το χρέος –της χώρας, των επιχειρήσεων, των νοικοκυριών– αυξάνεται, ενώ τα εισοδήματα συρρικνώνονται και οι υποχρεώσεις μεγαλώνουν. Οι πολιτικές, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές επιπτώσεις των αλλαγών είναι πολλές και ενδιαφέρουσες και απαιτούν παρατήρηση και ανάλυση. Γι’ αυτό αυτή η εποχή είναι συναρπαστική όσο και επικίνδυνη. Οι λύσεις έχουν προταθεί, αλλά αξιολογούνται κάθε μέρα. Ο ρόλος του δημοσιογράφου σήμερα είναι να ενθαρρύνει τη συζήτηση χωρίς να ξεχνάει –ούτε αυτός ούτε ο αναγνώστης– την πραγματικότητα.