ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποσότητα όχι ποιότητα

Το 1557, ο Φλαμανδός ζωγράφος Πέτερ Μπρέγκελ ο πρεσβύτερος (περ. 1525 – 1569) ολοκληρώνει το χαρακτικό με τον τίτλο «Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» (αρχικά, είχε εσφαλμένα αποδοθεί στον Ιερώνυμο Μπος). Λέγεται ότι το αλλόκοτο αυτό έργο επηρέασε βαθιά, αιώνες αργότερα, τον Κάρολο Δαρβίνο και σήμερα εκτίθεται στο περίφημο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Τι απεικονίζει; Ενα τεράστιο ψάρι που έχει ξεβραστεί στη στεριά, τόσο μεγάλο που οι άνθρωποι σκαρφαλώνουν πάνω του με σκάλα, ενώ για να του ανοίξουν τη γαστρική κοιλότητα χρησιμοποιούν ένα επίσης τεράστιο μαχαίρι, πολύ μεγαλύτερο από τους ίδιους. Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι ότι από την τομή αλλά και από το στόμα του νεκρού ψαριού ξεχύνεται ένας απίστευτος σωρός από νεκρά ή ετοιμοθάνατα μικρότερα ψάρια, από τα σαγόνια των οποίων ξεχύνονται στη συνέχεια και άλλα ψάρια (ή περίεργα όντα), ακόμη πιο μικρά.

Στο μεταξύ, το εν λόγω χαρακτικό περιλαμβάνει και άλλες περιφερειακές παραστάσεις, από παράξενες και αινιγματικές έως αρχετυπικά εφιαλτικές: ένα πλάσμα που μοιάζει με ιπτάμενο ψάρι στον ουρανό, ένα ανθρωπόμορφο ον που θα μπορούσε να είναι και ψάρι με ανθρώπινα πόδια και, κυρίως, μέσα σε μια βάρκα, εκεί όπου σκάει το νερό, ένας μεγαλύτερος άνδρας φαίνεται να δείχνει σε ένα παιδί το γκροτέσκο θέαμα του τερατώδους ψαριού που έχει σκάσει από το τι έχει καταβροχθίσει, λέγοντάς του: «Ecce» – ιδού.

Κυριαρχεί ένας τόνος μακελειού, την ίδια στιγμή όμως και μια απρόσμενη, απάνθρωπη ψυχρότητα – με δεδομένα τα όσα συμβαίνουν ή, αλλιώς, μια σιωπηρή αποδοχή ή και συμμετοχή των τεκταινόμενων με μιαν αταραξία που προσιδιάζει περισσότερο σε εφιάλτη: εκεί, δηλαδή, όπου συχνά γινόμαστε μάρτυρες και πρωταγωνιστές των πιο εξωφρενικών σκηνικών αποδεχόμενοι όμως τα πάντα σαν να ήταν αναπόσπαστο κομμάτι μιας θανατερής ρουτίνας.

Ιδού, λοιπόν, όπως λέει ο μεγαλύτερος άνδρας στο μικρό αγόρι. Ιδού όμως τι ακριβώς; Στη βάση του έργου υπάρχει μιαν επεξηγηματική λεζάντα γραμμένη στα φλαμανδικά: «Κοίτα, γιε μου, ήξερα από παλιά ότι το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό».

Ωστόσο, δεν έχει τόση σημασία η δήλωση στη λεζάντα όσο τα ερωτήματα που προκύπτουν μέσα από το χαρακτικό, τα οποία έχουν σαφώς διαχρονική ισχύ. Για παράδειγμα, ο Δαρβίνος είδε αυτή την εφιαλτική αλληγορία στον κόσμο των ζώων, στην άγρια φύση, και οι νεοδαρβινιστές, εν αγνοία του Δαρβίνου, τη «μετέφεραν» στις κοινωνίες των ανθρώπων (η προέκταση αυτής της αυθαιρεσίας ήταν τα ζοφερά παρεπόμενα του ναζισμού στον εικοστό αιώνα). Ο κύριος Γκρι, όμως, στέκει μάλλον αδιάφορος απέναντι σε αυτή την παράμετρο, στον ίδιο τον τίτλο και τη λεζάντα του έργου, μη δίνοντας σημασία στις δικές μου φλύαρες κοινοτοπίες περί της ανάδειξης αυτής της σχέσης ισχυρού – αδύναμου σε ιδεολογία και στην ανυπόστατη μεταφορά μιας ζωώδους κατάστασης στις ανθρώπινες κοινωνίες, όσο στη βασική λεπτομέρεια της εικόνας: στην έκρηξη της αλόγιστης ποσότητας. Σε αυτή την αισχρή πληθώρα της νεκρής φύσης που βγαίνει μέσα από το ψάρι. Οπως λένε οι αγγλόφωνοι: More than I could chew – περισσότερα απ’ όσα μπορούσα να μασήσω. Χωνέψω, επί το ελληνικότερον.

Προσπάθησα παραπάνω να περιγράψω πώς «ξεχύνονται» από το νεκρό ψάρι τα μικρότερα, όμως εδώ δεν είναι αυτό το σωστό ρήμα: «ξερνάει» είναι το σωστό. Το υπερμέγεθες ψόφιο ψάρι μοιάζει να ξερνάει σαν δηλητηριασμένη τροφή όλα αυτά τα μικρότερα ψάρια, τόσο από το στόμα όσο και από την ανοιγμένη κοιλιά του. Μοιάζει να έχει εκραγεί όπως ο ασύλληπτα παχύσαρκος κύριος στο «Αίνιγμα της ζωής» των Μόντι Πάιθον.

Μήπως εκεί έγκειται ο εφιάλτης που χαρακτηρίζει το έργο – ο εφιάλτης γενικά; Σε αυτή μας τη ροπή, στο ότι, ανεπαίσθητα, αναγάγαμε την ποσότητα σε φετίχ; Στην ανάγκη μας να προσεγγίζουμε τα πράγματα και κυρίως τους ανθρώπους «αθλητικά», μέσα από τη λογική των ρεκόρ και των συλλογών; Κατανοούμε τους εαυτούς μας μονάχα μέσα από την ποσότητα, πιστεύοντας πως αυτό είναι ποιότητα;