ΑΠΟΨΕΙΣ

Rerum cognoscere causas

Αν το εθνικό ζητούμενο είναι η ανάκαμψη της οικονομίας και η απαλλαγή από την εξάρτηση από τους δανειστές, τότε οι μεταρρυθμίσεις του Μνημονίου δεν φτάνουν. Οχι μόνο δεν φτάνουν, αλλά τα παζάρια με την τρόικα και μεταξύ μας καλλιεργούν ψευδαισθήσεις στον λαό και εκτροχιάζουν τον δημόσιο διάλογο σε επουσιώδη θέματα, όπως το φρέσκο γάλα. Και βέβαια οι μεταρρυθμίσεις που συμφωνήσαμε πρέπει να γίνουν, αλλά και όλες να τις κάνουμε, τα αποτελέσματα στην οικονομία θα είναι περιορισμένα και θα αργήσουν να φανούν. Στην καλύτερη περίπτωση θα συντηρούν μια κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, στο έλεος της παραμικρής εξωτερικής αρνητικής επίδρασης. Εκτός από το ότι σαν συνταγή ανάκαμψης είναι τελείως ανεπαρκείς, οι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες η Ελλάδα έχει δεσμευτεί είναι εύκολα αναστρέψιμες. Επομένως, σε συνδυασμό με την έκδηλη απροθυμία μας να τις εφαρμόσουμε, δεν βοηθούν καθόλου στην ανάκτηση της αξιοπιστίας, που είναι ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε αναπτυξιακής προσπάθειας. Και οι τριβές που προκαλούνται εξαιτίας των μεταρρυθμίσεων μέσα στο φιλοευρωπαϊκό στρατόπεδο κλονίζουν ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη Ελλήνων και ξένων επενδυτών στο μέλλον της οικονομίας.

Οι αιτίες που μας έφεραν εδώ οφείλονται στον τρόπο διακυβέρνησης των πρόσφατων δεκαετιών. Οι θεσμοί έχουν ξεφτιλιστεί και το κράτος είναι διαλυμένο. Για να αποκατασταθεί η χώρα, να ξαναϋπάρξουν συνθήκες επάνω στις οποίες να στηριχτεί η ανάκαμψη, χρειάζονται μέτρα πολύ πιο ριζικά από τις μεταρρυθμίσεις του Μνημονίου. Η σύλληψη, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή τέτοιων μέτρων δεν είναι εύκολη δουλειά. Από πού να πρωτοπιάσει κανείς; Δημόσια διοίκηση, Δικαιοσύνη, εκπαίδευση, περιβάλλον, κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια, φορολογικό. Παντού χάος, αντίδραση, συμφέροντα μικρά και μεγάλα, ιδεοληψίες, βλακεία και καχυποψία. Και πάνω απ’ όλα ένα Σύνταγμα, φρούριο του πελατειακού κράτους. Σύνταγμα που το επικαλούνται όσοι θέλουν να μείνουν τα πράγματα όπως τώρα κι αλλιώς το γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια. Αλλά τα πράγματα δεν μπορούν να μείνουν όπως τώρα, όσο και να το θέλουν μερικοί. Και μόνο η ανεργία που έχει κολλήσει στο 27% θα έφτανε για να χαλάει την ησυχία μας.

Η οικονομία δεν θα πάρει εμπρός μόνο με εργαλειακού τύπου μεταρρυθμίσεις. Πραγματική ανάκαμψη θα έρθει από θεσμικές αλλαγές, που αναπόφευκτα έχουν και ιδεολογικό περιεχόμενο. Τι πιθανότητες υπάρχουν να επιτύχουν αλλαγές τέτοιου είδους; Καμιά, εάν δεν τις βάλει στο πρόγραμμά του κάποιο κόμμα με πιθανότητες να κυβερνήσει ή συγκυβερνήσει. Και τότε δύσκολο, αλλά από κάπου αρχίζει κανείς. Σήμερα τα προγράμματα των κομμάτων εξουσίας, στο μέτρο που διαφαίνονται, είναι ή παραληρήματα σύγχυσης και λαϊκισμού ή, από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, μνημεία φοβικότητας, μπας και χαθεί καμιά ψήφος. Εχει παραμείνει η Νέα Δημοκρατία σε μια ατζέντα αδιέξοδη, αρνητική και καθόλου πειστική, ιδίως αν συνδυαστεί και με τα άτομα – ορισμένα.

Ομως, ο Αντώνης Σαμαράς κατόρθωσε να ξεφύγει από το στερεότυπο του Μεσσήνιου κομματάρχη και δείχνει να τον ενδιαφέρει τι θα πει γι’ αυτόν η Ιστορία. Εχει τώρα μια ευκαιρία να αλλάξει το παιχνίδι, να δώσει τη μάχη, όποτε γίνει, επάνω σε δικό του πεδίο, αν το κόμμα του κατέβει με σοβαρές προτάσεις θεσμικών αλλαγών. Η έκβαση κάθε αναμέτρησης είναι αβέβαιη, αλλά ακόμη και η αποτυχία θα είναι κέρδος για τον τόπο, γιατί οι προτάσεις θα μείνουν στο τραπέζι. Και ας μην υποτιμάμε πάντοτε τους Ελληνες.