ΑΠΟΨΕΙΣ

Πώς μπορεί να γίνει επανεκκίνηση της ατμομηχανής της ανάπτυξης

H έκταση της ύφεσης στην Ελλάδα είναι γνωστή αλλά είναι δυσδιάκριτος ο δρόμος εξόδου από την κρίση. Δεδομένης της οικονομικής κατάρρευσης και της εκροής κεφαλαίων που ακολούθησε, οι ελληνικές τράπεζες έχουν μεγάλο αριθμό μη εξυπηρετούμενων δανείων και λιγότερες καταθέσεις από παλιά, οπότε η ανεπάρκεια κεφαλαίων περιορίζει τον δανεισμό μόνον στους «αξιόπιστους». Ως εκ τούτου, οι τράπεζες δεν έχουν τη δυνατότητα να ανασύρουν την οικονομία από τη συνεχιζόμενη πτωτική της πορεία. Η ζωντάνια της οικονομίας εξαρτάται, όμως, από τη δημιουργία νέων και αρχικά μικρών επιχειρήσεων. Δεδομένου ότι είναι προς το συμφέρον της χώρας να δοθεί ώθηση στις νέες επιχειρήσεις για να δημιουργήσουν και να αναδιαρθρώσουν τη βιομηχανική της βάση, να εκσυγχρονίσουν τον αγροτικό τομέα και τον τουρισμό και να επεκτείνουν τις εμπορικές συναλλαγές και τη χρηματοδότηση, θα εξυπηρετήσει εξίσου το δημόσιο συμφέρον η ύπαρξη ενός τραπεζικού συστήματος που θα στηρίζει την ανάπτυξη παρέχοντας οικονομικές υπηρεσίες στις επιχειρήσεις.

Από πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, μπορούμε να συναγάγουμε ότι προς το παρόν η οικονομική διάρθρωση της Ελλάδας βρίσκεται μακριά από την επίτευξη αυτού του στόχου. Οι τράπεζες είναι ιδιαιτέρως ανίσχυρες, πάσχουν από κεφαλαιακή ανεπάρκεια και είναι απρόθυμες να στηρίξουν μικρές και καινούργιες επιχειρήσεις. Το πρόβλημα έχει οξυνθεί επειδή έχει μειωθεί ο αριθμός των ανεξάρτητων εναλλακτικών λύσεων καθώς η πιστοληπτική απαξίωση της χώρας έχει οδηγήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα και γενικώς σε κακή διανομή των οικονομικών πόρων, που με τη σειρά της έχει οδηγήσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα να χρηματοδοτεί τις μεγάλες και πιο ισχυρές επιχειρήσεις.

Μολονότι έχει παγώσει η χορήγηση ρευστότητας και δεν φαίνεται προοπτική να αλλάξει αυτό, είναι δυνατόν να υπάρξουν εναλλακτικοί μηχανισμοί χρηματοδότησης. Θα ήταν σκόπιμο να εξετασθεί η διεθνής εμπειρία όπως και η δημιουργία μιας ισχυρής Κρατικής Τράπεζας Ανάπτυξης παρόμοιας με τη νεοπαγή Κρατική Επενδυτική Τράπεζα της Γαλλίας και την προ πολλού καθιερωμένη, επιτυχημένη και αποτελεσματική Αναπτυξιακή Τράπεζα της Βραζιλίας. Μέχρι στιγμής υφίστανται 90 εθνικές αναπτυξιακές τράπεζες σε 61 χώρες, πολλές εξ αυτών είναι στην Ευρώπη και λειτουργούν με διαφορετικό καθεστώς ως προς την αποστολή τους, που καθορίζει τις συγκεκριμένες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες τους, τους πελάτες, το ρυθμιστικό πλαίσιο και την εποπτεία, το πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης που τις διέπει και τον ρόλο εξισορρόπησης του οικονομικού κύκλου τον οποίο διαδραματίζουν σε εποχές κρίσης.

Το άθροισμα ενεργητικού αυτών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τον Δεκέμβριο του 2009, οπότε έδωσε τα τελευταία στοιχεία η Παγκόσμια Τράπεζα, ανερχόταν σε 2 τρισ. δολάρια. Η νέα αναπτυξιακή τράπεζα της Γαλλίας στοχεύει στην τόνωση της ανάπτυξης μέσω χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενώ της Βραζιλίας, που ιδρύθηκε το 1952, αρχικά επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και στη στήριξη της πετρελαϊκής Petrobras καθώς ήταν απρόθυμος να τη χρηματοδοτήσει ο ιδιωτικός τομέας. Η Petrobras, που ιδρύθηκε το 1953, είναι σήμερα η μεγαλύτερη του είδους της στο Νότιο Ημισφαίριο. Η Αναπτυξιακή Τράπεζα της Βραζιλίας έχει αποδειχθεί επιτυχής και τώρα διεύρυνε την αποστολή της ώστε να ανταποκριθεί στις οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα στηρίζοντας την αύξηση των εξαγωγών, την προώθηση της τεχνολογικής καινοτομίας και της βιώσιμης κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και τον εκσυχρονισμό της δημόσιας διοίκησης.

Πρωταρχική λειτουργία κάθε χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι να προωθήσει την ανάπτυξη του κεφαλαίου της οικονομίας, να αυξήσει την πραγματική παραγωγική της δυνατότητα και τον πλούτο παράγοντας δυνατότητες στην αγορά. Η ανάπτυξη του κεφαλαίου επιτυγχάνεται μέσω της παροχής ευρέος φάσματος χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε διάφορους τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, των μικρομεσαίων αλλά και των μεγάλων επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων λιανικής, των εργολάβων και όλων των κλιμακίων της κυβέρνησης. Οταν δεν μπορούν να προσφέρουν τις αναγκαίες υπηρεσίες οι οικονομικές συνθήκες και οι δυνάμεις της αγοράς, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, πρέπει να βοηθήσει την αγορά η κυβέρνηση. Μια κρατική επενδυτική τράπεζα εμπίπτει σε αυτήν τη βοήθεια.

Η νέα κρατική επενδυτική τράπεζα, διαθέτοντας ισχυρή εκπροσώπηση από τις περιφέρειες, θα μπορούσε να παρέχει πίστωση, πληρωμές και αποταμιευτικές ευκαιρίες σε κοινότητες και περιφέρειες που δεν καλύπτονται επαρκώς από τις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες, αλλά και χρηματοδότηση σε όλη τη χώρα για επιχειρήσεις που είναι υπερβολικά μικρές ώστε να προσελκύσουν το ενδιαφέρον της επενδυτικής τραπεζικής και των εμπορικών τραπεζών. Στους κύριους στόχους της τράπεζας πρέπει να συμπεριλαμβάνονται η ανάπτυξη των τοπικών επιχειρήσεων και του δανεισμού, τα επιχειρηματικά δάνεια για όλα τα είδη των νέων επιχειρήσεων και οι τραπεζικές επιχειρήσεις χαμηλού κόστους που δεν είναι πρόθυμες να προσφέρουν οι μεγαλύτερες τράπεζες ή έχουν μεγάλη στενότητα κεφαλαίων και δεν μπορούν να τις προσφέρουν ή τις αποφεύγει το Δημόσιο εξαιτίας της διακινδύνευσης, των υψηλών προμηθειών και της υπερβολικής γραφειοκρατίας.

Η κρατική τράπεζα που προτείνεται δεν θα εξαρτάται από το κεφάλαιο των μετόχων για τον δανεισμό της αλλά θα αντλεί κεφάλαια από το κράτος, από την Ε.Ε. καθώς και από τον διατραπεζικό δανεισμό. Οντας συνδεδεμένη με την κρατική χρηματοδότηση, η τράπεζα θα μπορεί να στηρίξει μακροπρόθεσμα τομείς στρατηγικής σημασίας για την ανάπτυξη της χώρας, που, όμως, δεν εξυπηρετούνται επαρκώς. Ο σχεδιασμός της θα προβλέπει την κερδοφορία της από τη στιγμή που θα λήξει η αρχική περίοδος. Οι πόροι χρηματοδότησης της Αναπτυξιακής Τράπεζας της Βραζιλίας αρχικά προήλθαν από κεφάλαια της κυβέρνησης, αλλά τώρα πια κύριοι πόροι της είναι τα κέρδη της. Η αντίστοιχη Κρατική Επενδυτική Τράπεζα της Γαλλίας κεφαλαιοποιήθηκε με 42 δισ. ευρώ. Η προτεινόμενη τράπεζα στην Ελλάδα θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί με τουλάχιστον 20 δισ. ευρώ και να υπάρχουν διαθέσιμα πρόσθετα κεφάλαια για εγγυήσεις πιστώσεων, αν χρειαστεί. Πάντως, δεν θα αναλάβει ρίσκα που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τα κρατικά κεφάλαια. Η διοίκησή της πρέπει να διέπεται από την αρχή της διαφάνειας και να εκδίδει τακτικά ενημερωτικά δελτία στα οποία θα αναφέρει λεπτομερώς τις δραστηριότητές της. Ο επικεφαλής της πρέπει να είναι ένας μη εκτελεστικός πρόεδρος ενώ θα διοικείται από ένα διοικητικό συμβούλιο στο οποίο θα συμμετέχουν επαγγελματίες, αρμόδιοι για συγκεκριμένους τομείς της λειτουργίας της.

Είναι σαφές πως η προτεινόμενη εναλλακτική για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας θα επικριθεί κυρίως από όσους υποστηρίζουν την περιορισμένη παρέμβαση της κυβέρνησης στον ιδιωτικό τομέα. Θα παρέλθει, όμως, πολύς καιρός προτού οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα μπορέσουν να ανασύρουν τη χώρα από την οικονομική κακοδαιμονία.

* Ο κ. Δ. Παπαδημητρίου είναι πρόεδρος του Levy Economics Institute και καθηγητής Οικονομικών στο Bard College της Νέας Υόρκης, στις ΗΠΑ.