ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πύλη των θεών

i-pyli-ton-theon-2005861

Στο βαβυλώνιο έπος «Ατραχάσις», οι επιζώντες του Μεγάλου Κατακλυσμού θεμελιώνουν σιγά σιγά μεγάλες πόλεις και ισχυρούς πολιτισμούς. Εμβλημα αυτών, η Βαβυλώνα. Οι κάτοικοί της, γράφει η Κάρεν Αρμστρονγκ, καθηγήτρια της ιστορίας των θρησκειών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και πρώην μοναχή («Εν Αρχή. Μια νέα ερμηνεία του Βιβλίου της Γενέσεως», μτφρ. Δημ. Μπεκριδάκης, επιστημ. θεώρηση Βασίλης Αδραχτάς, εκδ. Φιλίστωρ, 1998), «μπορεί να μην είχαν την ευκαιρία της καθημερινής επαφής με τους θεούς, όπως παλαιότερα, μπορούσαν όμως να προσεγγίζουν τους ουρανούς, ανεβαίνοντας πάνω στα γιγάντια ζιγκουράτ, τους πυργοειδείς ναούς τους. Υψωμένο στη μεθόριο ουρανού και γης, το ζιγκουράτ αποτελούσε ένα σημείο επαφής του βέβηλου κόσμου με την περιοχή της θεότητας. Γι’ αυτό και η πόλη πήρε την ονομασία μπαμπ-ιλάνι, δηλαδή “πύλη των θεών”».

Η Αρμστρονγκ σημειώνει, ωστόσο, ότι «οι συγγραφείς της Γένεσης ήταν αρνητικά προκατειλημμένοι απέναντι στον πολιτισμό. Στη διήγηση για τον Πύργο της Βαβέλ, η Βαβυλώνα μεταβάλλεται σε Βαβέλ: σύγχυση. Οι δημιουργοί του είχαν την πρόθεση να κατασκευάσουν μια κλίμακα προς το Θείο, με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας», λησμονώντας όμως ότι, σύμφωνα με τον ανώνυμο αφηγητή του βιβλικού μύθου της Βαβέλ, «οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να επιτύχουν την ευλογία με τις δικές τους προσπάθειες». Η συνέχεια είναι, λίγο-πολύ, γνωστή: ο Θεός «κατέβηκε στη Γη και προκάλεσε σύγχυση στη γλώσσα των ανθρώπων. (…) Για μία ακόμη φορά, η αμαρτία είχε ως αποτέλεσμα τη διάσπαση της ανθρώπινης κοινότητας».

Ο κύριος Γκρι δηλώνει απερίφραστα πως αδυνατεί να διανοηθεί μεγαλύτερη ευλογία από τον πλούτο και την ποικιλία των γλωσσών και όπως με ενημερώνει, εσχάτως επικοινωνεί, δι’ ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και μέσω Skype, με μία χαριτωμένη Ινδή αστρονόμο που εργάζεται στο αστεροσκοπείο Χέιστακ, του ΜΙΤ, καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα από τη Βοστώνη. Δεν ξέρω πώς τη γνώρισε, νομίζω όμως πως είναι τσιμπημένος μαζί της – χάρη και στην ασφάλεια που του παρέχει η απόσταση. Και νομίζω ότι την ερωτεύτηκε αφού του είπε ότι συμμετέχει σε ένα μεγάλο πρότζεκτ στο Χέιστακ, μέσα από το οποίο, η εκεί αστρονομική ομάδα προσπαθεί για πρώτη φορά στην ιστορία της αστρονομίας να κοιτάξει απευθείας και να φωτογραφίσει την αβυσσαλέα μαύρη τρύπα που στροβιλίζεται στο κέντρο του γαλαξία μας. Είναι κάτι που δεν έχει ξαναγίνει: οι μαύρες τρύπες (το πλέον μυστηριώδες ουράνιο αντικείμενο στο σύμπαν) είναι μαύρες και ως εκ τούτου αόρατες. Οι αστρονόμοι υποψιάζονται την παρουσία τους διαθλαστικά: μέσω των ανώμαλων κινήσεων των γειτονικών άστρων και της στρέβλωσης του φωτός στο συγκεκριμένο σημείο. Οι εικόνες που έχουμε από τις μαύρες τρύπες βασίζονται αποκλειστικά σε καλλιτεχνικές απεικονίσεις. Οι αστρονόμοι στο Χέιστακ, όμως, δεν μπορούν να «δούνε» τη μαύρη τρύπα με το τηλεσκόπιο που διαθέτουν, το «πιάτο» του οποίου έχει διάμετρο 37 μέτρα. Χρειάζονται ένα τόσο μεγάλο που θα κάλυπτε σχεδόν όλη την έκταση των ΗΠΑ. Οπότε, προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα virtual τηλεσκόπιο στον υπολογιστή, συνδυάζοντας τους φακούς όλων των πραγματικών τηλεσκοπίων. Και πάλι όμως, για να συγκεντρωθεί και να «καθαρογραφεί» όλος αυτός ο όγκος των πληροφοριών έστω και από την παρατήρηση λίγων νυχτών, απαιτούνται μήνες. «Οπως τα γιγάντια ζιγκουράτ, τους πυργοειδείς ναούς των Βαβυλωνίων», σχολιάζει ο κύριος Γκρι. «Μια πύλη των θεών: το ψηφιακό, θηριώδες τηλεσκόπιο φτάνει στη μεθόριο του χώρου και του χρόνου μέσα από μια ομάδα χαρισματικών ανθρώπων που προέρχονται από τόσο διαφορετικούς πολιτισμούς, γλώσσες». Απληστία; Αλαζονεία; «Ισως», λέει ο κύριος Γκρι. «Κυρίως όμως αναζήτηση γνώσης. Ερωτας για το “πέρα από εδώ”».

Φαίνεται πως έχουν ακόμη πολύ δρόμο οι αστρονόμοι στο Χέιστακ – γεγονός που ίσως εξασφαλίσει μια σχετική μακροημέρευση σε αυτό το μάλλον αθώο ειδύλλιο ανάμεσα στον κύριο Γκρι και στην Τζίτα, την Ινδή αστρονόμο του. Τζίτα στα ινδικά σημαίνει «τραγούδι».