ΑΠΟΨΕΙΣ

Κανιβαλίζοντες θορυβοποιοί

Βγαίνει λοιπόν ένα βροντερό πρωτοσέλιδο, καμωμένο με ξύλινα γράμματα ή και από πέλετ πλέον. Κρεμιέται με τα μανταλάκια σε περίπτερα και ψιλικατζίδικα, κατά την παράδοση, απευθυνόμενο στον περαστικό λαθραναγνώστη παρά στον συστηματικό αγοραστή εφημερίδων. Και, με όλη την άνεση μιας τέταρτης εξουσίας που έπαψε από καιρό να λογαριάζει τις άλλες τρεις, τις θεσμοθετημένες, κρεμάει έναν, δύο, τρεις ανθρώπους – όσους τραβάει η όρεξη του κατασκευαστή του. Το ξύλο για να στήσει την απαιτούμενη κρεμάλα τού το προσφέρει το θρυλικό «δημοσιογραφικό απόρρητο», που όσο εύκολα το επικαλείσαι τόσο δύσκολο είναι να αποδείξεις ότι όσα διαλαλείς προέκυψαν όντως από αγνή και κοπιώδη δημοσιογραφική δουλειά και όχι από δοσοληψίες. Οσο για το σκοινί, του το χορηγεί η παντοδύναμη θεότης της μιντιοκρατούμενης εποχής μας: το ρεπορτάζ.

Δεν κατονομάζει βέβαια τους «κακούς» το πρωτοσέλιδο. Φυλάει τα ρούχα του γιατί είναι και Αρμάνι, όπως λέει η εκσυγχρονισθείσα παροιμία. Ξεκαθαρίζουν όμως οι τιτλοδότες ότι πρόκειται για βουλευτές. Μάλλον γαλάζιους. Αλλά μπορεί και να ’ναι πράσινοι, ενδεχομένως και πρασινογάλαζοι, με τη σύγχυση που έχει επιφέρει η συγκυβερνητική συμμαχία, αναγκάζοντας νεοδημοκράτες και πασοκτζήδες να απιστήσουν στα καλά ριζωμένα πάντως αισθήματα που έτρεφαν μέχρι χθες.

Τι ακριβώς έκαναν ή εικάζεται ή φημολογείται ότι έκαναν οι παραβάτες; Τα συνήθη. Ο,τι κάνουν όσοι αγαπούν τόσο πολύ την πατρίδα, που στέλνουν στη μαύρη ξενιτιά τα κέρδη του ιδρώτα τους. Και τα στερούνται… Ενώ θα μπορούσαν να τα χαρούν, χρησιμοποιώντας τα για να αγοράσουν -όσο όσο και μαυραγορίτικα- αγροκτήματα, οικόπεδα, βιλίτσες εκποιούμενες από τους πλουτίσαντες (και πλέον πτωχεύσαντες) χάρη στις λαϊφσταϊλίστικες επιχειρήσεις τους· αλλά και χάρη στις καλές, καλότατες (και πάντα ιδεολογικές) σχέσεις τους με την εξουσία. Εβγαλαν λέει και αυτοί στο εξωτερικό (και μάλιστα στην ξενοφοβική Ελβετία) πολλά λεφτά. Τόσα που δεν καλύπτονται από το «πόθεν έσχες» τους.

Κι εκεί αρχίζει ένα παιχνίδι, που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε «πληροφοριακό μακελειό», «δικτατορία της φήμης», «το ψουψουψού ως μέθοδος ηθικής και πολιτικής εξόντωσης» κι ό,τι άλλο μπορεί να σκεφτεί το μουδιασμένο μυαλό μας. Από τηλέφωνο σε τηλέφωνο («άκου να σου πω, έμαθα…»), από σάιτ σε σάιτ και από μπλογκ σε μπλογκ, συν οι ραδιοφωνικές εκπομπές (όπου, καινούργιο έθιμο κι αυτό, ο δημοσιογράφος διαφημίζει ανά δίλεπτο τον «χορηγό» του), τα ονόματα των «πιθανών» πληθαίνουν. Γκουγκλάρεις «ποιοι βουλευτές έβγαλαν χρήματα στο εξωτερικό» και ιδού 528.000 ευρήματα! Χάος. Ωσπου η μπίλια κάθεται σε δυο-τρία ονόματα. Το μαθαίνουν οι φορείς τους και θυμωμένοι διαψεύδουν όσα τους καταμαρτυρούν οι σπερμολόγοι. Αλλά η ζημιά, ο κανιβαλισμός δηλαδή, έγινε γίνει. Την έκαναν οι θορυβοποιοί. Εφεξής το όνομά σου θα το συνοδεύει ένα καταδικαστικό «μήπως;».