ΑΠΟΨΕΙΣ

Χειμώνας με τη Μόνικα

Η μητέρα του Ιερού Αυγουστίνου λεγόταν Μόνικα. Εξαιτίας της (ή χάρη σε εκείνη), ο Αυγουστίνος εγκατέλειψε ένα βίο αφιερωμένο στις ηδονές. Γεννημένος το 354 μ.Χ., σπούδαζε στην Καρχηδόνα όταν σύναψε σχέση εκτός γάμου με μια γυναίκα, με την οποία απέκτησε γιο. Η Μόνικα όμως αντέδρασε και ο Αυγουστίνος ενέδωσε: έδιωξε γυναίκα και παιδί, και αφιερώθηκε στη θεολογία.

Στις περίφημες «Εξομολογήσεις» του (ανατρέξτε στην εξαιρετική μετάφραση και επιμέλεια της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου, εκδ. Πατάκης, 1997), είναι αφοπλιστικός: «Ημουν άρρωστος. Μου άρεσε ν’ αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι· μου άρεσε όμως ακόμη πιο πολύ ο έρωτας του κορμιού. (…) Ετρεχα ασυγκράτητα στην ηδονή, λαχταρώντας να αιχμαλωτιστώ». Σήμερα, οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν ότι υπερβάλλει, ωστόσο, ο Σάιμον Μπλάκμπερν, καθηγητής φιλοσοφίας στο Κέιμπριτζ, γράφει πως ο Αυγουστίνος «πρέπει να είχε εμμονή με το σεξ».

Αιώνες μετά, τα πάθη της Τζο, της νευρωτικής πρωταγωνίστριας του Φον Τρίερ στο πολυσυζητημένο «Nymphomaniac» (στη σελίδα 4 του σημερινού ένθετου, αναζητήστε σχετικό ρεπορτάζ της καλής συναδέλφου Ξένιας Κουναλάκη) ή του Μπράντον, του συναισθηματικά ανάπηρου Νεοϋορκέζου που υποδύεται ο Μάικλ Φασμπέντερ στο «Shame» (2011) του Στιβ Μακουίν, μοιάζουν να απηχούν εκείνα του Αυγουστίνου – μείον τη θρησκεία, αν και, όπως μου υπενθυμίζει ο κύριος Γκρι, οι θρησκευτικές ψυχικές εγγραφές είναι ανεξίτηλα εσωτερικά τατουάζ, πολιτισμικά αποτυπώματα που, βέβαια, δεν έχουν στιγματίσει μόνο πιστούς και θρησκόληπτους.

Για τι ακριβώς μιλάμε, όμως, όταν μιλάμε για επιθυμία; Ή για ανθρώπους που κατανοούν τον εαυτό τους σχεδόν αποκλειστικά μέσα από την εκπλήρωση της επιθυμίας; Πώς διαχειριζόμαστε την επιθυμία όταν τα πάντα μέσα μας και γύρω μας νιώθουμε ότι πρέπει να βαπτίζονται ακατάπαυστα στην κολυμπήθρα της; Τι είναι αυτό που προσπαθούμε να επικαλύψουμε με την άμεση, ψυχαναγκαστική κατανάλωση της επιθυμίας; Ποιον μύχιο δαίμονα πασχίζουμε να ξορκίσουμε; Από την άλλη, γιατί να τη φιμώσουμε; Χάριν τίνος; Ας μην ξεχνάμε ότι η σεμνοτυφία έχει πολλά πρόσωπα, πολλές μάσκες.

Οι σαρκικές επιθυμίες χαρακτηρίζονται και «χαμηλές απολαύσεις» – καθότι το επίκεντρο της σεισμικής δόνησης εντοπίζεται πάντοτε χαμηλά, ανάμεσα στα σκέλια. Ομως τα κύματά της απλώνονται σε όλο τον χάρτη του σώματος – και βαθιά μέσα στην ψυχή. Ο χαρακτηρισμός σαφώς και φέρει ένα ηθικό, υπαρξιακό βάρος. Οχι τυχαία, μετά την πλήρωση της επιθυμίας, ένα αγκάθι φυτρώνει συχνά μέσα μας: σαν η ηδονή να πήρε ένα μας κομμάτι φεύγοντας. Σαν κάτι να χάθηκε στην πορεία όπως η άμμος ανάμεσα στα δάχτυλα.

«Η φύση μας γελοιοποιεί», γράφει ο Μπλάκμπερν. «Είμαστε μαριονέτες των ορμονών και των γενετικών προγραμμάτων μας. Ομως, η φύση μάς ανταμείβει και με ηδονή. (…) Εκείνη γέννησε τη λαγνεία, αλλά εναπόκειται σε εμάς και στη σχέση μας με τον κόσμο πώς θα περπατήσουμε στα φιδίσια μονοπάτια της» (Simon Blackburn, «Τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα: Λαγνεία», μτφρ. Δ. Ρισσάκη, Νεφέλη, 2005).

Στις «Εξομολογήσεις» υπάρχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Το όνειρο της Μόνικας»: η μητέρα του Αυγουστίνου βλέπει θεόσταλτο όνειρο και τρέχει να συντρέξει τον σκορπισμένο γιο της. Ο Αυγουστίνος ευλογεί τον Κύριο γι’ αυτό το όνειρο: τον γλίτωσε από τα δεινά της επιθυμίας. Ελάχιστη σχέση έχει αυτή η Μόνικα με τη λαχταριστή, άστατη Σουηδέζα του Μπέργκμαν στο «Καλοκαίρι με τη Μόνικα» (1953). Ομως και εκεί, η επιθυμία παρουσιαζόταν ως διπλός πέλεκυς: πλούτος μα και απώλεια, λύτρωση αλλά κι εγκλωβισμός.

Ολη αυτή η αντάρα πρέπει άραγε να έχει πάντοτε ένα τίμημα; «Το κακό είναι πως όταν η ηδονή εξατμίζεται το (όποιο) εσωτερικό μας κενό είναι πάλι εκεί. Και κοχλάζει», λέει θλιμμένα ο κύριος Γκρι. «Κι εσύ», τον ρωτώ έκπληκτος, «δέσμιος των χαμηλών απολαύσεων;» Χαμογελά με νόημα και αποκρίνεται με ένα ερώτημα: «Να το κουβεντιάσουμε την άλλη Κυριακή;».