ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια νέα ευκαιρία για την Κύπρο

Η επίτευξη συμφωνίας, μετά πολύμηνη δυστοκία, επί ενός κειμένου αρχών για την επανέναρξη των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων επαναφέρει εκ των πραγμάτων το Κυπριακό στο προσκήνιο της επικαιρότητος. Αν και η επανέναρξη των διαπραγματεύσεων δεν εγγυάται και την επιτυχή κατάληξή τους, η ύπαρξη του κειμένου αρχών θέτει ένα πλαίσιο που μπορεί να διευκολύνει τη διαδικασία. Επιπλέον, υπάρχουν κάποια ευοίωνα σημάδια. Πρώτον, η αντικατάσταση του Τουρκοκυπρίου διαπραγματευτή Οσμάν Ερτούγ. Ο κ. Ερτούγ θεωρείται εκπρόσωπος της «σχολής Ντενκτάς» και υπέρμαχος διχοτομικών θέσεων. Η αντικατάστασή του υπήρξε πάγιο αίτημα των τουρκοκυπριακών κομμάτων και οργανώσεων που υποστηρίζουν την επανένωση της Κύπρου. Η τοποθέτηση του μετριοπαθέστερου Κουντρέτ Οζέρσαϊ μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι η τουρκοκυπριακή και η τουρκική πλευρά προσεγγίζουν σοβαρότερα τη διαπραγμάτευση.

Δεύτερον, η θετική στάση του αντιπολιτευόμενου ΑΚΕΛ. Δεδομένης της πολώσεως της κυπριακής πολιτικής ζωής, η συνεργασία του κεντροδεξιού ΔΗΣΥ και του αριστερού ΑΚΕΛ, των δύο κομμάτων που θεωρούνται υπέρμαχα μιας συμβιβαστικής λύσεως για το Κυπριακό, είναι κάθε άλλο παρά αυτονόητη. Η σαφής και χωρίς υπεκφυγές στήριξη της υπογραφής του κειμένου αρχών από τον πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη υπερέβη τις προσδοκίες πολλών και ενίσχυσε τις ελπίδες όσων πιστεύουν ότι είναι εφικτή η συμπαράταξη των δύο αντιπάλων κομματικών παρατάξεων για την υποστήριξη μιας πιθανής συμβιβαστικής λύσεως του Κυπριακού. Οπως κατέδειξε και η εμπειρία του 2004, μόνον η στενή συνεργασία μεταξύ ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ μπορεί να κινητοποιήσει ένα πλειοψηφικό ρεύμα εντός των Ελληνοκυπρίων υπέρ της λύσεως.

Ασφαλώς υπάρχουν και σοβαρά εμπόδια: Η απουσία μιας οργανωμένης εκστρατείας ενημερώσεως, η οποία θα αίρει παρεξηγήσεις και θα αποσαφηνίζει τα οφέλη της λύσεως σε σχέση με την υφισταμένη κατάσταση, δυσχεραίνει τις προσπάθειες αποδοχής μιας συμβιβαστικής λύσεως. Οι διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις σε Ελλάδα και Τουρκία το 2014 αποτελούν αντικίνητρο για την διακινδύνευση πολιτικού κεφαλαίου στο Κυπριακό. Από την άλλη, η τουρκική διπλωματία υπό την πίεση των διαδοχικών αποτυχιών της στη Μέση Ανατολή χρειάζεται μια εξέλιξη η οποία θα μετριάσει τις αρνητικές εντυπώσεις και θα συμβάλει στη βελτίωση των σχέσεών της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Εξάλλου, είναι διάχυτη η εντύπωση στην Αγκυρα ότι οι Ελληνοκύπριοι θα απορρίψουν οιοδήποτε νέο σχέδιο συμβιβασμού, πράγμα το οποίο θα ανοίξει τον δρόμο στην de jure διχοτόμηση της Κύπρου.

Μπορεί η οικονομική κρίση σε Ελλάδα και Κύπρο να έχει απομακρύνει το Κυπριακό από την επικαιρότητα, έχει όμως συμβάλει στην αποκαθήλωση δημοφιλών μύθων στην εξωτερική πολιτική -όπως το στρατηγικό ενδιαφέρον της Ρωσίας για Ελλάδα και Κύπρο- καθώς και στην ανάδειξη του τρόπου με τον οποίον η αποτελμάτωση των ελληνοτουρκικών διαφορών και του Κυπριακού χρησίμευσαν ως εργαλεία για την εγκαθίδρυση ενός από τα πιο εκτεταμένα δίκτυα διαφθοράς μέσω των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Είναι πλέον σαφές σε Ελλάδα και Κύπρο ότι η παρελκυστική στάση έναντι του Κυπριακού έχει δυσβάστακτο οικονομικό κόστος και δεν συμβάλλει απαραιτήτως στην ευνοϊκή μεταβολή των στρατηγικών συσχετισμών. Αντιθέτως, το «μέρισμα της ειρήνης» θα είναι μεγάλο. Οι πόροι που θα απελευθερωθούν και θα διατεθούν σε έργα, όπως η ανοικοδόμηση της Αμμοχώστου, μπορούν να προσφέρουν κρίσιμη ώθηση στην κυπριακή οικονομία. Υπό το φως των παραπάνω, μπορεί να θεωρηθεί και η εκμετάλλευση των κυπριακών κοιτασμάτων φυσικού αερίου ως μοχλός για την οικονομική και στρατηγική βιωσιμότητα της λύσεως. Παρά τις δυσκολίες, οι διακοινοτικές διαπραγματεύσεις που ξεκινούν αποτελούν σπουδαία ευκαιρία για όλους.

* Ο κ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.