ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κομματισμός πνίγει την Τοπική Αυτοδιοίκηση

Ο τρόπος επιλογής των υποψηφίων για τις δημοτικές εκλογές δείχνει ότι τα κόμματα ελάχιστα έχουν διδαχθεί από την κρίση. Εξακολουθούν να βλέπουν την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως προέκταση του μηχανισμού εξουσίας τους, αντί να δώσουν χώρο στην κοινωνία των πολιτών. Συνεχίζεται έτσι η παθογένεια που εγκαινιάστηκε τη δεκαετία του ’80. Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης πολλοί δήμαρχοι στη Β΄ Αθήνας (Βύρωνας, Καισαριανή, Μεταμόρφωση, Περιστέρι, Χαϊδάρι, Νέα Φιλαδέλφεια, Νέα Ιωνία, Πετρούπολη) ήταν προσκείμενοι στο ΚΚΕ, παρότι τα ποσοστά του κόμματος ήταν χαμηλά και κινούνταν περίπου στα σημερινά επίπεδα. Οι πολίτες επέλεγαν με αυτοδιοικητικά κριτήρια και τα κόμματα στήριζαν ανθρώπους της Αυτοδιοίκησης. Ο Δ. Μπέης, που ήταν η επιλογή του πολιτικά κυρίαρχου ΠΑΣΟΚ για τον Δήμο Αθηναίων, δεν ήταν κεντρικό πολιτικό πρόσωπο αλλά επιτυχημένος δήμαρχος Ζωγράφου. Σταδιακά τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν. Τα κόμματα ως μηχανισμοί εξουσίας επεδίωκαν (και το κατόρθωσαν) να ελέγχουν τα πάντα. Εβλεπαν όλους τους θεσμούς σαν το «μακρύ χέρι» του μηχανισμού τους. Από την εκλογή των πανεπιστημιακών και την προαγωγή των διευθυντών στο Δημόσιο μέχρι τις εκλογές σε επιστημονικούς συλλόγους και την εκλογή του Αρχιεπισκόπου. Η πολιτική λειτουργία των κομμάτων ατόνησε πλήρως και η νομή της εξουσίας έγινε αυτοσκοπός. Φθάσαμε έτσι στο σημείο σε οποιαδήποτε εκλογική διαδικασία να μην αναμετρούνται παρατάξεις που συγκροτούνται στη βάση κοινών θέσεων για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων προβλημάτων ενός κλάδου, αλλά να προσδίδεται ο χαρακτήρας γενικής πολιτικής σύγκρουσης.

Ενα από τα σημαντικότερα προβλήματα που οδήγησαν στη σημερινή κρίση είναι η ατελής λειτουργία των θεσμών και η ανυπαρξία ελέγχων και λογοδοσίας. Από τη στιγμή που ένα κόμμα κέρδιζε τις εκλογές εθεωρείτο περίπου αυτονόητο για την ελληνική πραγματικότητα ότι είχε τη δικαιοδοσία να έχει υπό τον απόλυτο έλεγχό του τη δημόσια διοικητική μηχανή, να διαχειρίζεται το δημόσιο χρήμα κατά το δοκούν, να ρυθμίζει την εκλογή στον ακαδημαϊκό χώρο. Στο πεδίο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης οι «δικοί μας» δήμαρχοι δικαιούνταν πρόσθετη χρηματοδότηση, ενώ οι των αντιπάλων κομμάτων όχι.

Θα υπέθετε κανείς ότι η κρίση έχει αλλάξει κάποια πράγματα. Κι ότι στη μεταμνημονιακή Ελλάδα θα είχε αλλάξει η θεσμική λειτουργία. Δυστυχώς ο τρόπος με τον οποίο κινούνται τα κόμματα στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δείχνει ότι αυτό δεν ισχύει. Επιμένουν σε κομματικές επιλογές με βασικό κριτήριο την καταγραφή ποσοστών, πράγμα ανώφελο, αφού τα πολιτικά συμπεράσματα θα προκύψουν από τις ευρωεκλογές. Θα ήταν ελπιδοφόρο δείγμα αλλαγής νοοτροπίας αν ένα κόμμα αναγνώριζε το έργο κάποιου που δεν τον είχε υποστηρίξει στις προηγούμενες εκλογές αλλά με τη θητεία του απέδειξε ότι πρέπει να στηριχθεί τώρα. Προφανώς δεν είναι όλοι οι δήμαρχοι ή περιφερειάρχες που προέρχονται από διαφορετικό πολιτικό χώρο άχρηστοι και αποτυχημένοι.

Υπέρβαση της κρίσης και οικοδόμηση σύγχρονου κράτους προϋποθέτουν ενίσχυση της θεσμικής λειτουργίας. Αν ο κάθε θεσμός δεν λειτουργεί με βάση συγκεκριμένους κανόνες, αν δεν λογοδοτεί στους πολίτες και τις αρμόδιες αρχές αντί στους κομματικούς κομισάριους κι αν τα κόμματα δεν γίνουν πολιτικοί οργανισμοί, τότε δεν έχουμε ελπίδα να γίνουμε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα.