ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια φύση ανικανοποίητη

mia-fysi-anikanopoiiti-2008469

«​Το κακό είναι πως αφού επέλθει η πρόσκαιρη ικανοποίηση της επιθυμίας, το αίσθημα πληρότητας που απομένει μοιάζει πολύ γρήγορα με ψευδαίσθηση, αυταπάτη, και το (όποιο) εσωτερικό κενό μέσα μας είναι πάλι εκεί. Και κοχλάζει», λέει θλιμμένα ο κύριος Γκρι. «Ωστε κι εσύ λοιπόν», τον ρωτώ έκπληκτος, «δέσμιος των χαμηλών απολαύσεων;». Χαμογελά με νόημα και αποκρίνεται με ένα ερώτημα: «Να το κουβεντιάσουμε την άλλη Κυριακή;».

Ετσι ακριβώς έκλεινε το περασμένο σημείωμα. Η αφορμή για εκείνη την κουβέντα ήταν το «Nymphomaniac» του Λαρς φον Τρίερ, που συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις. Κάτι στο ύφος αυθεντίας με το οποίο μίλησε τότε ο κύριος Γκρι με προβλημάτισε. Οχι ότι τον είχα για τέρας εγκράτειας αλλά δεν τον θυμάμαι ποτέ να σύρεται πίσω από φουστάνια και γυναικεία πόδια. «Ποτέ δεν ξέρεις πραγματικά», σχολίασε όταν τον ξαναείδα. «Ωστόσο, αυτό που λέω δεν έχει να κάνει με τις αδυναμίες ή τα πάθη του καθενός μας. Προσπαθώ απλώς να θίξω μια κατάσταση πιο… οικουμενική. Υπάρχουν διάφοροι και διαφορετικοί εθισμοί. Η λαγνεία απλώς είναι μία από αυτές ― υπερτιμημένη στις μέρες μας, αν θες την αυστηρά προσωπική μου γνώμη. Το πρόβλημα είναι ότι σε αντίθεση με το φαγητό ή το ποτό, η λαγνεία, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ικανοποιείται. Ισως μόνο τεχνικά. Οπως έλεγε, αν δεν κάνω λάθος, ο αρχαίος γιατρός Κλαύδιος Γαληνός: «Ρost coitum omne animal triste est» (Μετά τη συνουσία κάθε ζώο μελαγχολεί).

«Εχει και συνέχεια όμως», τον διόρθωσα: «Sive gallus et mulier» (Εκτός από τον κόκορα και τη γυναίκα). «Μισογυνισμός στα λατινικά λέγεται αυτό. Πάντως, πρόσφατες ιατρικές έρευνες έδειξαν ότι ειδικά στις γυναίκες, μία στις τρεις αισθάνεται μελαγχολία αμέσως μετά την επαφή. Ετσι λένε κάποιες έρευνες τουλάχιστον. Οπως και να ’χει, ο κλασικός Αγγλος ποιητής Τζον Ντράιντεν, ο οποίος έζησε τον 17ο αιώνα, είχε μεταφράσει το τέταρτο βιβλίο του “De Rerum Natura” του Λουκρήτιου. Σε αυτό, όπως λέει ο Σάιμον Μπλάκμπερν, καθηγητής Φιλοσοφίας στην Οξφόρδη, “θρηνολογεί για την ανικανοποίητη φύση της σεξουαλικής επιθυμίας”: “Τα χέρια τίποτα δεν παίρνουν από εκεί που σφίγγουν,/ Αλλά περιπλανιούνται μάταια στα αγαπημένα μέλη:/ Ούτε όταν το νεαρό ζευγάρι σμίγει στενότερα,/ Οταν χέρια με χέρια μπλέκουν, και πόδια με πόδια/ μπλέκουν,/ Μέσα στο μανιασμένο άφρισμα του απόλυτου πόθου,/ Που μαζί συνθλίβουν, ψιθυρίζουν, ξεψυχούν,/ Αρπάζουν, σφίγγουν, τις υγρές τους γλώσσες/ εξακοντίζουν,/ Λες στην καρδιά ο ένας του άλλου να χωθούν – /Μάταια· μονάχα, στην άκρη περπατούν,/ Γιατί τα σώματα δεν διαπερνούν, ούτε σε σώματα άλλα μπορούν να χαθούν” (μτφρ. Δέσποινα Ρισάκη).

»Αλλά ας μην περιορίζουμε την κουβέντα στην ερωτική επιθυμία ή, πολύ περισσότερο, στη λαγνεία, που είναι κάτι ακόμα πιο ειδικό. Και δεν ξέρω αν είναι σημάδι των καιρών, αλλά αναλογίσου τι κόπο καταβάλλουμε μόνο και μόνο για να νιώθουμε στοιχειωδώς καλά: κάνουμε ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία ή group therapy για να είμαστε απλώς καλά. Κάνουμε γιόγκα, τάι-τσι, πιλάτες, γυμναστικές κάθε τύπου για να είμαστε απλώς καλά. Ιστιοπλοΐα, αναρρίχηση, διαλογισμό, εναλλακτικές δίαιτες, χημικές δίαιτες, πολεμικές τέχνες, αναδρομές σε προηγούμενες –λέμε τώρα– ζωές, μόνο και μόνο για να είμαστε στοιχειωδώς ήρεμοι. Ακόμα και εν καιρώ οικονομικής κρίσης. Ολοι αποζητούμε σχεδόν με απόγνωση μιαν αίσθηση σταθερότητας και διάρκειας. Είναι βέβαια το μόνο που δεν θα σου προσφέρει η λαγνεία ― η ερωτική επιθυμία έτσι γυμνή, στερημένη, αυτοαναφορική σχεδόν: όταν ουσιαστικά επιθυμείς αέναα τον εαυτό σου και ο άλλος είναι απλώς το μέσο, το όχημα. Τι παθαίνει ο Νάρκισσος; Βυθίζεται μέσα στον εαυτό του και πνίγεται. Οχι μια φορά μονάχα· συνέχεια».

«Χρωστάς πάντως μιαν απάντηση στην ερώτηση που σου έκανα την περασμένη Κυριακή», του είπα. Ο κύριος Γκρι γέλασε με μιαν απρόσμενη τρυφερότητα. «Αλλη λαγνεία αυτή με τις απαντήσεις, τις αποφάνσεις. Πιστεύεις όμως στ’ αλήθεια ότι θα απαντούσα δημοσίως σε ένα τέτοιο ερώτημα;». Του είπα: «Θα μείνει αυστηρά μεταξύ μας». Δεν με πίστεψε, εννοείται.