ΑΠΟΨΕΙΣ

Επικοινωνιακή μέθοδος: «γομολάστιχα»

​​Φαντασμαγορική, σύμφωνα με απόλυτα μιντιακούς όρους, η έναρξη της αυτοδιοικητικής προεκλογικής περιόδου, με τους υποψηφίους να προσφέρουν χορταστικά στόρι για κατανάλωση από το φιλοθεάμον, τα οποία ξεκινούν από εσωκομματικές ανταρσίες και φθάνουν έως την πρωτότυπη, είναι αλήθεια, για την εσωτερική εκλογική αγορά, ρητορεία περί σεξουαλικών επιλογών υποψηφίων, που αντικαθιστούν στον δημόσιο λόγο το πολιτικό επιχείρημα με «γαστριμαργικά» ντεσού από κρεβατοκάμαρες.

Ναι, όσο κι αν μοιάζει αδιανόητο για μια χώρα που ισορροπεί ακόμη με κόπο στο χείλος της αβύσσου και ιδίως για τον πρώτο δήμο της χώρας, ο οποίος αποτελεί πρότυπο και καθρέφτη των νοοτροπιών, να παίρνει ροζ αποχρώσεις η εκκίνηση της προεκλογικής μάχης των υποψηφίων για τη δημαρχία, συνέβη και αυτό. Σε συνδυασμό με μια επίδειξη παλαιοκομματικής νοοτροπίας, η οποία μετατρέπει την Αθήνα –και άλλες πόλεις της χώρας– από επίκεντρο του αγώνα για το μέλλον τους, είτε σε απλό φόντο για να προβληθούν πάνω του προσωπικοί, ναρκισσιστικοί καημοί πολιτικών σε απόγνωση είτε σε απλό σκαλοπάτι για την αυριανή κατάληψη της κεντρικής εξουσίας.

Για μία ακόμη φορά, στο όνομα της ιδιόμορφης εγχώριας πολιτικής αντιπαράθεσης, η οποία υπακούει στις ανάγκες ενός σαπουνοπερικού τελετουργικού και όχι σε αυτές ενός ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου, είναι πασιφανές ότι αναζητούνται «σταρ»–πρωταγωνιστές προεκλογικών επεισοδίων. Ενα είδος υποψηφίων, οι οποίοι ανενδοίαστα και ανερυθρίαστα αυτοπροβάλλονται ή προβάλλονται από τους υποστηρικτές τους ως πολύ «επικοινωνιακοί».

Εδώ έχουμε την πρώτη και πιο εντυπωσιακή χρήση του σταριλικίου, εν είδει γομολάστιχας. Σβήνουν τα ουσιαστικά προσόντα του αντιπάλου, για να καταλάβουν το πλάνο τα μιντιακά του προβαλλόμενου ως σταρ–υποψηφίου.

Την ίδια στιγμή, υποψήφιοι με θητεία στην κεντρική πολιτική σκηνή, θεωρώντας προφανώς εαυτούς αναντικατάστατους στη δημόσια σφαίρα, αν και αρνούνται να εγκαταλείψουν τις βουλευτικές τους έδρες για να διεκδικήσουν μια άλλη σε τοπικό επίπεδο –κρατούν καβάτζες, όπως λέει ο απλός λαός–, αυτοπροβάλλονται περίπου ως προϊόντα παρθενογένεσης, αιφνιδίως απαλλαγμένοι από το παρελθόν τους και έτοιμοι ως αγνοί διεκδικητές δημαρχιακών θώκων να υπηρετήσουν τον λαό. Η προεκλογική φεϊσμπουκική καμπάνια του ήδη κριθέντος και απορριφθέντος για το δημαρχιακό αξίωμα πριν από μόλις τριάμισι χρόνια κ. Νικήτα Κακλαμάνη έχει ξεκινήσει με πληρωμένες καταχωρίσεις, όπου προβάλλει σε πρώτο πλάνο η φιγούρα του και σε φόντο η Αθήνα, σε μια παλιομοδίτικη και ξεπερασμένη από τις καινούργιες ανάγκες του κόσμου επικοινωνιακή μέθοδο. Η αναγνωρισιμότητα, ενισχυμένη από την πάγια πεποίθηση του παλαιού πολιτικού προσωπικού ότι οι ψήφοι είναι ένα είδος ιδιοκτησίας του πολιτικού, θεωρείται κατάλληλη να «σβήσει» το παρελθόν.

Μια τέτοια επίθεση μιντιακής «γομολάστιχας» δέχθηκε από την πρώτη στιγμή και ο σημερινός δήμαρχος και διεκδικητής της επανεκλογής του Γιώργος Καμίνης, από διάφορα σχολιαστικά πάνελ: «Συμπαθής και καλός διαχειριστής, αλλά δεν είναι “επικοινωνιακός”». Ενδεχομένως όλοι αυτοί ονειρεύονται υποψηφιότητα του Τζορτζ Κλούνεϊ για τον Δήμο της Αθήνας, εν τω μεταξύ όμως και μέχρι να πειστεί ο χολιγουντιανός σταρ, ο δήμαρχος Γιώργος Καμίνης έχει να αντιπαραθέσει το ότι υπήρξε πολύ καλός καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου (το λένε οι φοιτητές του), επιτυχημένος Συνήγορος του Πολίτη (το λένε όλοι) και ο δήμαρχος που δεν δίστασε να «σπάσει αυγά» για να νοικοκυρέψει τον δήμο. Εσκασε στα χέρια του η βόμβα της κρίσης και κατάφερε με κόπο και πείσμονα εμμονή στη νομιμότητα να κρατήσει την πόλη όρθια, παράγοντας ένα συστηματικό ανθρωπιστικό έργο, επιβάλλοντας τον σεβασμό στην ανθρώπινη προσωπικότητα και καλλιεργώντας την κουλτούρα της αλληλεγγύης στη θέση της υποτιμητικής φιλανθρωπίας.

Κάπως έτσι όμως, δύο μήνες πριν από πολύ κρίσιμες αυτοδιοικητικές εκλογές, όπου οι πολίτες καλούνται να επιδείξουν ωριμότητα, να ερευνήσουν, να συγκρίνουν, να ενεργοποιηθούν και να αξιοποιήσουν τις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί για να ελέγχουν τους εκλεγμένους τους –π.χ. η διαφάνεια των οικονομικών στοιχείων στον Δήμο της Αθήνας–, το μιντιακό τελετουργικό ευνοεί την επικράτηση της φαντασμαγορίας του κουτσομπολιού. Θλιβερό παράδειγμα, η περίπτωση του κ. Γρηγόρη Βαλιανάτου, ο οποίος ουδέποτε έχασε ευκαιρία να διατρανώσει τις ερωτικές του προτιμήσεις. Δικαίωμά του, μόνο που αξιοποίησε την αδιαμφισβήτητη επικοινωνιακή του εμπειρία για να προσφέρει εντέλει εαυτόν, και μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων που αγωνίζονται κατά του κοινωνικού ρατσισμού, βορά στην κρεατομηχανή των στερεοτύπων, τα οποία υποτίθεται ότι μάχεται. Οσο για τα προβλήματα της αυτοδιοίκησης μπορούν να περιμένουν, προηγείται η ναρκισσιστική εκτόνωση υποψηφίων «να τα λύσουν».