ΑΠΟΨΕΙΣ

Το πάρτι που δεν έγινε

Αν ζούσαμε σε ένα συμβολικό κόσμο, η υποχώρηση του ελληνικού κόστους δανεισμού σε χαμηλό ρεκόρ από υπογραφής Μνημονίου (Μάιος 2010), θα σήμαινε την ανάδυση από τον βούρκο της κρίσης. Η αγορά χθες διαμόρφωσε ενδεικτικό δεκαετές επιτόκιο για το Δημόσιο στο 7,2% – με το καπέλο πάνω από το αντίστοιχο γερμανικό να έχει συρρικνωθεί στις 555 μονάδες βάσης: Από επιτόκιο (ληστρικής) πιστωτικής, σε επιτόκιο στεγαστικού.

Πάνω στις «κοιλάδες« και τις «κορφές» της γραφικής παράστασης των σπρεντ αποτυπώθηκε η ιστορία της ελληνικής κρίσης: Οι υποψίες για τα κρυμμένα χρέη, οι αναφορές σε καθαρίστριες και Τιτανικούς, οι επαναστατημένοι υπουργοί, οι πειθήνιοι υπουργοί, οι υπογραφές που δεν έμπαιναν, οι υπογραφές που μπήκαν… Η κορύφωσή του συνέπεσε με την κορύφωση της διεθνούς αναξιοπιστίας της ελληνικής πολιτείας (και κοινωνίας). Η αποκλιμάκωσή του δημιουργούσε την ελπίδα πως στο τέλος της κατηφόρας η Ελλάδα θα ανοίξει την πόρτα της καραντίνας, θα αφήσει τα βάσανα πίσω και θα βγει στον δρόμο των αγορών. Στο κάτω-κάτω, η Ιρλανδία τα κατάφερε. Η Πορτογαλία ετοιμάζεται να βγει στις αγορές (Ή να είναι η πρώτη που έφτασε στην πηγή και νερό δεν ήπιε). Είναι λογικό να ελπίζει.

Αλλά ο κόσμος δεν είναι τόσο απλός. Πάνω που πλησιάζει στη «ζώνη εξόδου», η Ελλάδα διαπιστώνει πως η πόρτα κλείνει. Τα επιτόκια θα αρχίσουν να ανεβαίνουν, το κόστος χρηματοδότησης των αναδυόμενων οικονομιών θα αυξηθεί – και ας μην ξεχνάμε, στις φλέβες της Ελλάδας τρέχει και αναδυόμενο αίμα. Ισως θα πρέπει να αποδεχθούμε το γεγονός ότι η Ελλάδα μάλλον προσπέρασε το μικρό παράθυρο από το οποίο πρόλαβε και ξέφυγε η Ιρλανδία. (Οχι ότι είχε σοβαρές πιθανότητες να το προλάβει). Επιπλέον υπάρχει θέμα εμπιστοσύνης. Στη διαρκώς μεταβαλλόμενη αντίληψη των αγορών η ελληνική αναξιοπιστία έχει κατακτήσει σταθερότητα ανεκδότου, δυστυχώς. Ακόμα και καλόπιστοι παρατηρητές βλέπουν ότι η ελληνική οικονομία απέχει ακόμα πολύ από τη μεταμόρφωση, έχουν όλοι εμπεδώσει τη ροπή της διοίκησης στο «επαναπαύεσθε μέχρις… οριζοντίων μη λύσεων». Ακόμη κι αν η Ελλάδα μπορούσε να βγει αύριο στις αγορές με 4%, τα γρανάζια που θα γυρνούσαν στο απαρχαιωμένο πολιτικό σύστημα ή τη στεγνωμένη από ρευστότητα οικονομία θα οδηγούσαν σε αφορμές για εκτίναξη του σπρεντ ψηλότερα. (Και οι αντιδράσεις απέναντι στα «κακά νέα» από την Ελλάδα θα παραμείνουν χρόνια φορτισμένες λόγω ιστορικού – και υπερβολικές: τα σπρεντ θα έπαιρναν φωτιά για ψύλλου πήδημα – όπως τρέχουμε τον παππού στο νοσοκομείο γιατί ανέβασε δέκατα).

Σε αυτή τη φάση η Ευρώπη δεν αντέχει να έχει μια (έστω μικρή) ετοιμόρροπη παράμετρο, η οποία στον ασύμμετρο κόσμο που ζούμε μπορεί να της χαλάσει τη βιτρίνα. Πολλοί προτιμούν ως λιγότερο κακή λύση να αναλάβει η Ε.Ε. τη συντήρηση της Ελλάδας – έστω και αν αυτό σημαίνει κόστος ή διαφυγόντα κέρδη. Και αυτή η λογική διαπνέει τα think tanks που προτείνουν πολιτικές και ομαδοποιούν τις τάσεις στις Βρυξέλλες. Το Ινστιτούτο Bruegel, πρόσφατα διατύπωσε την άποψη ότι τη Ελλάδα θα πρέπει -για την ασφάλεια όλων και στο όνομα του ρεαλισμού- να παραμείνει εκτός αγορών μέχρι το 2030. Αντί για το ακριβό και πολιτικά τοξικό για τους πιστωτές «κούρεμα» χρέους, μπορούν να κατεβάσουν το χρέος της Ελλάδας χαρίζοντας τόκους. Με 40 δισ. από ένα νέο πακέτο, 20+ από πώληση κρατικής περιουσίας και ευρωπαϊκές επενδύσεις το χρέος θα υποχωρήσει στο 95% το 2030. Τα λουριά του δανεισμού και της εποπτείας θα «δέσουν» τη διοίκηση σε μεταρρυθμίσεις. Επειτα από 15 χρόνια δεν μπορεί θα ’χει «στρώσει». Ως τότε θα την κρατά σε σφιχτή αγκαλιά η Ευρώπη. Απλοϊκές προτάσεις και αυτές. Σε κάθε περίπτωση, η ανάβαση του όρους των σπρεντ κράτησε λίγο. Η κατάβαση θα διαρκέσει πολύ περισσότερο. Φρόντισε γι’ αυτό η πλέον δυσφημιστική εκστρατεία που κατάφερε ποτέ χώρα για τον εαυτό της.