ΑΠΟΨΕΙΣ

Η έρημος του πραγματικού

Οι φαντασιώσεις είναι βέβαια προσωπική υπόθεση. Η Ιστορία όμως έχει δείξει ότι κάλλιστα μπορούν να γίνουν και συλλογικές. Ας θυμηθούμε: τον Ιούλιο του 1921, στην Κιουτάχεια της Τουρκίας ξεκινά σειρά από συσκέψεις. Η πρώτη είναι ανάμεσα στον Αναστάσιο Παπούλα, διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας, στους επιτελάρχες συνταγματάρχες Πάλλη και Σαρρηγιάννη, και στον διευθυντή του 4ου Γραφείου Ανεφοδιασμού και Μεταφορών αντισυνταγματάρχη Σπυρίδωνος.

Μόλις έχουν καταληφθεί το Εσκί Σεχίρ, το Αφιόν Καραχισάρ και η Κιουτάχεια, όμως ο κεμαλικός στρατός έχει διαφύγει στα ανατολικά. Αντέχουν οι Ελληνες να τον καταδιώξουν; Ο Παπούλας είναι επιφυλακτικός, ο Σαρρηγιάννης θετικός, με την προϋπόθεση οι Τούρκοι να συντριβούν προτού φτάσουν στον ποταμό Σαγγάριο. Ο Σπυρίδωνος φοβάται πως, αν η μάχη διεξαχθεί ανατολικά του Σαγγάριου, ο ανεφοδιασμός θα είναι ανεπαρκής. Ο Πάλλης διχάζεται, κλίνει όμως υπέρ της θέσης Σαρρηγιάννη.

Οταν καταφτάνει από την Αθήνα ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης μαζί με τον υπουργό των Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη, συγκαλείται μεγάλο πολεμικό συμβούλιο. Πρόεδρός του ο ασθενής βασιλιάς Κωνσταντίνος. Μέλη του οι Γούναρης, Θεοτόκης, Παπούλας, Πάλλης, ο αρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού αντιστράτηγος Βίκτωρ Δούσμανης, ο απόστρατος στρατηγός Ξενοφών Στρατηγός και ο πρίγκιπας Ανδρέας. Οταν ο Δούσμανης προτείνει να «μην σταματήσωμεν εις την Αγκυραν, αλλά να προχωρήσωμεν μέχρι του Αλυος ποταμού» (60 χιλιόμετρα ανατολικά της Αγκυρας), ο Θεοτόκης απαντά: «Συ θέλεις σιγά σιγά να φθάσωμεν έως την Περσίαν!». Δούσμανης: «Αυτήν την φοράν δεν πρέπει να μας διαφύγη ο Κεμάλ, πρέπει να τον πιάσουμε». Ο βαρύς, σιωπηλός βασιλιάς Κωνσταντίνος σχολιάζει ξαφνικά: «Ναι, αλλά διά να τον πιάσουμε, πρέπει και να θελήση να σταθή». Κατά τον Σπυρίδωνος, ο Γούναρης μιλάει για «πολιτικά οφέλη εκ των επιχειρήσεων» και παρά τις επιμέρους διαφωνίες, το συμβούλιο τελειώνει με τους πάντες να θεωρούν «την επιχείρησιν και αναγκαίαν και εκτελέσιμον» (Ξεν. Στρατηγός). Ο Γούναρης ζητεί να του παραδοθεί σχετικό γραπτό υπόμνημα, το οποίο διαβάζεται από τον Πάλλη στην ομήγυρη. Παρότι οι «παριστάμενοι (το) υπεδέχθησαν με θυμηδίαν ίσην με αποδοκιμασίαν» (αντιστράτηγος Κλεάνθης Μπουλαλάς), εγκρίνεται. Απόρρητο τηλεγράφημα «απολύτου προτεραιότητος» του Γούναρη στην Αθήνα κοινοποιεί την τελική απόφαση, την οποία ο Σπυρίδωνος χαρακτηρίζει «ολεθρία». Γιατί υποχώρησε ο επιφυλακτικός Παπούλας; Κάποιοι ισχυρίζονται πως φοβόταν τυχόν αντικατάστασή του, ήθελε όμως και τη δόξα σε περίπτωση επιτυχίας. Ο δε Πάλλης ήταν τόσο ευγενής, που κάτω από την πίεση του Γούναρη κάμφθηκε και αυτός. Ανεξήγητη παραμένει έως σήμερα η σιωπή του Κωνσταντίνου. Λίγες ημέρες αργότερα, στην τελετή παρασημοφόρησης συνταγμάτων στο Εσκί Σεχίρ, ο Κωνσταντίνος ακούει τις κραυγές των χιλιάδων εξουθενωμένων στρατιωτών: «Θέλομεν απόλυσιν! Απόλυσιν!».

Η συνέχεια, πασίγνωστη: η εφιαλτική διάβαση της Αλμυράς Ερήμου, τρεις ολόκληρες εβδομάδες φονικών μαχών πέραν του Σαγγάριου, πάνω από 25.000 Ελληνες στρατιώτες νεκροί και τραυματίες, οπισθοχώρηση, ενδεκάμηνη στασιμότητα, η τραγωδία του μικρασιατικού ελληνισμού και το όνειδος της εκτέλεσης στο Γουδί. Ομαδικές ψευδαισθήσεις μεγαλείου; Αγνοια; Ευθυνοφοβία; Ή, απλώς, το γνωστό ελληνικό σύνδρομο: διαζύγιο από την πραγματικότητα; Τα παραπάνω γεγονότα είναι χιλιοειπωμένα, δίχως όμως να έχουν αποκτήσει τον χαρακτήρα του διδάγματος. Τέτοιες απίστευτες στιχομυθίες, όπως οι ανωτέρω, τις βλέπουμε να επαναλαμβάνονται με τα χρόνια σε παραλλαγές και διαβαθμίσεις. Αλλοτε ως τραγωδία και άλλοτε ως γελοιότητα.