ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο γρίφος των εκλογών του Μαΐου

Οι εθνικές εκλογές του Μαΐου του 2012 συγκλόνισαν το παραδοσιακό δικομματικό σύστημα της μεταπολιτεύσεως – Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ. Το αποτέλεσμα της αναμετρήσεως, που ακολούθησε ένα μήνα αργότερα, υπήρξε προϊόν τρόμου στο ενδεχόμενο ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία.

Δύο χρόνια αργότερα, οι εκλογές για την ανάδειξη των μελών της τοπικής αυτοδιοικήσεως και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διεξάγονται υπό συνθήκες ιδιόρρυθμες. Κάθε συζήτηση περί του ποσοστού που θα εξασφαλίσει το ΠΑΣΟΚ τον προσεχή Μάιο είναι άνευ περιεχομένου, διότι το κόμμα αυτό οδεύει προς την εξαφάνισή του από τον πολιτικό χάρτη της χώρας.

Οι ελπίδες του ΣΥΡΙΖΑ να κατισχύσει στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοικήσεως είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Πέραν της υποψηφιότητος της κ. Ρένας Δούρου στην Περιφέρεια Αττικής, οι υποψήφιοι του κόμματος αυτού δεν διαθέτουν στοιχειώδη αναγνωρισιμότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κ. Αλέξης Τσίπρας έσπευσε να διευκρινίσει ότι το «πολιτικό μήνυμα» θα δοθεί από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών.

Είναι σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα χαρακτηρίζεται από έντονες αντιθέσεις. Οι «συνιστώσες» που το συγκροτούν έχουν προσλάβει περίπου μεταφυσική διάσταση. Και δικαίως διότι διαθέτουν σημαντική δυναμική.

Εάν το σύστημα εκλογής των ευρωβουλευτών παρέμενε ως είχε, ο κ. Τσίπρας θα είχε πρόβλημα εις την κατάρτιση του ψηφοδελτίου. Αλλά με την αύξηση των υποψηφίων έως τους σαράντα δύο, και τη σταυροδοσία, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έχει τη δυνατότητα να περιλάβει όλες τις τάσεις και να μετατρέψει τις ευρωεκλογές σ’ έναν αγώνα επιβεβαιώσεως της ισχύος των διαφόρων ομάδων στο κόμμα του οποίου ηγείται. Αυτό εξασφαλίζει υψίστη κινητοποίηση των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ασφαλέστατα θα ανακύψουν στη συνέχεια προβλήματα, που θα αυξήσουν την κακοφωνία και θα κληθεί να επιλύσει ο κ. Τσίπρας.

Από την άλλη πλευρά, η απόφαση του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Αντώνη Σαμαρά, να χρίσει στον Δήμο Αθηναίων ως υποψήφιο τον κ. Αρη Σπηλιωτόπουλο, απορρίπτοντας τον κ. Νικήτα Κακλαμάνη και στην Περιφέρεια Θεσσαλονίκης τον κ. Γιάννη Ιωαννίδη, ενώ ο νυν περιφερειάρχης κ. Απόστολος Τζιτζικώστας είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να είναι εκ νέου υποψήφιος, διχάζει τους ψηφοφόρους της Ν.Δ. Διερωτάται, μάλιστα, κανείς ποία η σκοπιμότητα, αφού οι λαβόντες το χρίσμα, στη μάχη διαδοχής στη Ν.Δ., είχαν υποστηρίξει την υποψηφιότητα της κ. Ντόρας Μπακογιάννη. Κάτι θα έχει υπόψη του ο κ. Σαμαράς.

Αλλά το φαινομενικώς ακατανόητο της ενεργείας μπορεί να είναι χρήσιμο υπό ευρεία έννοια. Ο λόγος είναι ότι οι διαφωνούντες ψηφοφόροι της Ν.Δ. με την πολιτική της κυβερνήσεως μπορούν να εκδηλώσουν τη δυσαρέσκειά τους υπερψηφίζοντας τους «αντάρτες» -τους κ. Κακλαμάνη και Τζιτζικώστα- και να μην εγκαταλείψουν ένα κόμμα στο οποίο παραδοσιακώς ανήκουν. Από την άποψη αυτή μπορεί κανείς να αναμένει μία νέα σύνθεση από τον κ. Σαμαρά μετά τις εκλογές.