ΑΠΟΨΕΙΣ

Κοινωνία της λαιμαργίας;

koinonia-tis-laimargias-2011900

​​​​Υπάρχουν λαίμαργοι άνθρωποι», σκέφτεται φωναχτά ο κύριος Γκρι. «Λαίμαργοι λαοί, λαίμαργες κοινωνίες υπάρχουν;» Δεν είχα καταλάβει τότε ότι θέτοντας αυτό το ερώτημα, στον εαυτό του περισσότερο, είχε στον νου του την ελληνική περίπτωση, τουλάχιστον έτσι όπως ανάπτυξε μια νοοτροπία από τη δεκαετία του ’80 και μετά.

Οταν το αντιλήφθηκα, έσπευσα να τον προειδοποιήσω: είναι σκόπιμο να κρίνει ισοπεδωτικά έναν ολόκληρο λαό; Να καταδικάσει μια κοινωνία που, αν μη τι άλλο, οδηγήθηκε από τους ηγέτες της προς μια τέτοια στάση ζωής; Να επαναλάβει σε μια πιο ευγενή εκδοχή το παγκαλικό «μαζί τα φάγαμε»; «Οχι», είπε αμέσως. Και πρόσθεσε ότι τον ξέρω πολύ καιρό τώρα για να μη θυμάμαι ότι δεν τον ενδιαφέρει καθόλου η κριτική, πολύ δε περισσότερο η ετυμηγορία, η καταδίκη. Οτι η σκέψη του είναι ερωτηματική και όχι αποφαντική. Οτι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι όχι να κρίνει αλλά να κατανοήσει, να καταλάβει ― όσο μπορεί. Μου υπενθύμισε μάλιστα ότι το μεγαλύτερό του πρόβλημα είναι πως σπάνια έχει έτοιμες κάποιες απαντήσεις. Πρόβλημα όχι για τον ίδιο αλλά για τους εκάστοτε συνομιλητές του, οι οποίοι είτε έχουν έτοιμες τις δικές τους απαντήσεις είτε αποζητούν όχι απλώς απάντηση αλλά μιαν απόφανση. «Εχω την αίσθηση», είπε ο κύριος Γκρι, «ότι άνθρωποι όπως ο Πάολο Κοέλιο, ο Βραζιλιάνος συγγραφέας, έχει τόσο φανατικό κοινό διότι είναι ένα είδος γκουρού: προσφέρει απλόχερα απαντήσεις επί παντός. Είναι πολύ ανακουφιστικό, φυσικά. Αλλά δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον».

Λαιμαργία για απαντήσεις, λοιπόν. «Ναι, διότι όταν αναρωτιέμαι αν μπορεί μια κοινωνία να υποφέρει από λαιμαργία, δεν μιλάω μόνο για το στομάχι». Αλλά; Λαιμαργία για τα πάντα. Λαιμαργία για αστακομακαρονάδα, για χρήμα, ισχύ, εικόνα, ακίνητα και αυτοκίνητα, για μια αβασάνιστη, εσαεί προνομιακή ζωή, για ηδονή μα και για εξασφάλιση, σιγουριά, λαιμαργία για τη λαιμαργία εντέλει.

«Δεν χωράει ερώτημα φυσικά ότι είτε λαίμαργο άτομο είτε λαίμαργος λαός μετατρέπεται σε κάτι αφόρητα τυραννικό. Για όλους τους άλλους μα και για τον ίδιο του τον εαυτό. Σα να κυνηγάς την ουρά σου ή τη σκιά σου. Διότι, έχω την αίσθηση πως τυραννικός άνθρωπος ή τυραννική κοινωνία είναι αυτός/αυτή που επιθυμεί μόνο και μόνο για να επιθυμεί. Οταν η επιθυμία δεν έχει στόχο, δεν πάει πουθενά και πνίγεται μέσα στα νερά ενός αδιέξοδου ναρκισσισμού, αποκλείοντας τον έξω κόσμο τελείως. Οταν η ίδια η παρόρμηση γίνεται αυτοσκοπός, και η παραμικρή πτυχή εσωτερικής ζωής εκμηδενίζεται. Η επιθυμία, το ένστικτο, η παρόρμηση μετατρέπονται σε ένα αγκάθινο πλέγμα, μια πλεξούδα γεμάτη αιχμές. Την ίδια στιγμή, ο κόσμος όλος περιμένουμε να υπακούσει μονάχα στο όποιο περιεχόμενο έχει αυτή μας η επιθυμία. Για πάντα. Υπακούει όμως; Οχι βέβαια. Ισως για λίγο, ίσως και για πολύ, για λόγους συγκυριακούς όμως, που είναι άσχετοι με εμάς, ενώ ακριβώς επειδή δεν ισχύει αυτό το “για πάντα”, ακόμα και το “πολύ” φαντάζει ελάχιστο, μηδαμινό σχεδόν. Μας κατακλύζει τότε μια απογοήτευση, ένα κάθετο βύθισμα. Λέμε: κάποιος, ή κάτι, μας πρόδωσε. Κι αν το “κάτι” είναι τα πράγματα εκεί έξω με τη δική τους παγερή αυτοτέλεια και νομοτέλεια (όπου, φυσικά, δεν τίθεται ζήτημα ουδεμίας προδοσίας), ο “κάποιος” δεν είναι άλλος από εμάς τους ίδιους. Ο ανοικονόμητος (συλλογικός) εαυτός που δεν βρίσκει ησυχία, δεν τον χωράει ο τόπος ― οι στιγμές που όχι μόνον είναι σαν να καθόμαστε σε αναμμένα κάρβουνα, αλλά μας κυριεύει μια νέα, αυτοκαταστροφική παρόρμηση: να ξεριζώσουμε την καρδιά μας και να τη φάμε ωμή. Επειδή όμως δεν θα κάνουμε ποτέ τίποτα τέτοιο, βουλιάζουμε στις φαντασιώσεις, και χωρίς να το πολυκαταλάβουμε, γινόμαστε κάτι ανυπόφορα αντιφατικό: ένα ήρεμο, ευγενές αγρίμι που σταδιακά περνά σε μιαν άλλη όχθη. Στην αντίπερα όχθη για την ακρίβεια. Στον αντίποδα του πολιτισμού. Κι όταν κάτι τέτοιες στιγμές υπάρχει κάποιος δίπλα μας, υπάρχει μόνον γι’ αυτό: για να του τρίψουμε στη μούρη, σαν εμετό, το ανικανοποίητό μας. Εδώ, θα τολμούσα, ακόμα κι εγώ, μιαν απόφανση: πιο οδυνηρή μοναξιά από αυτή στον κόσμο δεν υπάρχει».