ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι θεατές του συρμού

Παρά τα πολλά που τους χωρίζουν, τούτες τις μέρες ο κ. Βενιζέλος του ΠΑΣΟΚ, ο κ. Κουτσούμπας του ΚΚΕ και ο κ. Κουβέλης της ΔΗΜΑΡ μάλλον κάνουν την ίδια σκέψη και μοιράζονται τα ίδια αισθήματα. Και κάτι ανάλογο συμβαίνει στο μυαλό των οπαδών των τριών κομμάτων. Η παρόμοια σκέψη έχει τον χαρακτήρα της βασανιστικής απορίας. Με τρεις λέξεις, ένα «μα πόθεν έσχε;». Οσο για το κοινό αίσθημά τους, δεν μπορεί παρά να είναι η πίκρα· η άθλια γεύση της διάψευσης.

Να εμπιστευτούμε τις δημοσκοπήσεις δεν είναι λογικό. Ισα ίσα, οι κραυγαλέες διαφορές τους φανερώνουν ότι αρκετές δεν καταγράφουν ουδέτερα, αλλά επιχειρούν να διαμορφώσουν το κλίμα αυθαιρετώντας και μεροληπτώντας, διενεργούμενες με τηλεφωνική ελαφρότητα. Σας έχει τύχει να χτυπάει καταμεσήμερο το τηλέφωνο, να λέτε «εμπρός» και από την άλλη άκρη ν’ ακούτε μια κασέτα, ένα σιντί, που σας λέει με μηχανική ψυχρότητα να πατήσετε το 1, το 2 ή το 3, ανάλογα με το ποιον πολιτικό προκρίνετε και ποιον απορρίπτετε; Ε, κάπως έτσι γίνονται τα τηλεφωνικά γκάλοπ. Το ζήτημα όμως είναι ότι το πολιτικό και επικοινωνιακό παιχνίδι γίνεται με βάση τα μάλλον αυθαίρετα ποσοστά που προκύπτουν, και που ορισμένοι τα πλασάρουν σαν ισότιμα της αληθείας. Ουδείς, π.χ., μιλάει πια για το «Ποτάμι» χωρίς να το συνδέει αυτόματα στο μυαλό του με το 7%, ή και το 13% που του έδωσε η πιο γαλαντόμα και πιο αυστηρή υποθέτω δημοσκόπηση.

Και του κ. Βενιζέλου το μυαλό, λοιπόν, και του κ. Κουτσούμπα και του κ. Κουβέλη, σ’ αυτό το ποσοστό κολλάει. Στο 7% πάνω–κάτω. Δεν το πιστεύουν, αλλά είναι αναγκασμένοι να το πιστέψουν, άλλωστε «το είπανε και στις ειδήσεις». Οσο κι αν υποψιάζονται ότι μπορεί να προστέθηκε δημοσκοπικό νερό στην κοίτη του «Ποταμιού», δεν μπορούν να γλιτώσουν από το μαρτύριο της σύγκρισης: Μα από πού κι ώς πού; Δεν είναι αδιανόητο να γράφει τέτοιο ποσοστό ένας πρωτοεμφανιζόμενος, ο οποίος προς το παρόν πολιτεύεται ξέροντας ότι το όπλο του δεν είναι ό,τι έχει μέσα στο σακίδιο (ιδέες, σκέψεις, προγράμματα και ό,τι άλλο παλιακό), αλλά το ίδιο το σακίδιο, σαν σύμβολο της ποικίλης νεότητας ή μιας ανέμελης περιηγητικής ελευθερίας; Και να υπολείπεται δύο ή τρεις μονάδες ένα κόμμα με ιστορία ενός αιώνα, που έχει στελέχη, οργανώσεις βάσης, κοινωνική παρουσία κτλ.; Ή ένα κόμμα που λίγα χρόνια πριν σάρωνε αποσπώντας σαραντάρια και βάλε; Ή η ΔΗΜΑΡ, τμήμα ενός χώρου που ταυτίστηκε με το αίτημα και το εγχείρημα της ανανέωσης;

Ετσι, εικάζω, θα νιώθουν. Αν όμως βρεθείς όμηρος τέτοιων σκέψεων, δεν θέλει πολύ να γλιστρήσεις, να γίνεις πιστός του «Εκκλησιαστή» και του δόγματος «πάντα ματαιότης», και πάντοτε. Δεν θέλει πολύ επίσης να διολισθήσεις προς άλλη πλευρά και να αρχίσεις να χλευάζεις τον «ανώριμο», «αγνώμονα», «αμνήμονα» λαό. Αλλά έτσι δεν θα μπορέσεις να αυτοκριθείς, να αντιδράσεις, να πείσεις ότι πρόκειται για μόδα, συρμό. Και ο συρμός θα σε παρασύρει.