ΑΠΟΨΕΙΣ

Επικοινωνιακή φρενίτιδα και το «φάντασμα» του Mπόινγκ

Ηλεκτρονικοί χάρτες γέμισαν τις οθόνες, απευθείας συνδέσεις με τη Μαλαισία, δορυφόροι αναμεταδίδουν με ταχύτητα πληροφορίες, παρουσιαστές με τηλεχειριστήρια στο χέρι παίζουν στα δάχτυλα την τεχνολογία της επικοινωνίας, αλλάζουν τις ηλεκτρονικές κάρτες στην οθόνη και δείχνουν σχήματα, ηπείρους, θάλασσες, γραμμές με την πιθανή πορεία του Mπόινγκ της Malaysia Airlines, το οποίο έμοιαζε να έχει χαθεί αιφνιδίως από προσώπου γης.

Η τεχνολογία της επικοινωνίας διαμορφώνει ένα πρωτοφανές παγκόσμιο πανηγύρι όπου ένας ένας οι μύθοι της τεχνολογικής τελειότητας του πολιτισμού καταρρέουν. Ναι, αυτή η υπόθεση είναι μοναδική και η πρώτη στον νέο αιώνα, που θέτει σε αμφισβήτηση τον πυρήνα τον ίδιο της μυθολογίας του για τα πανίσχυρα συστήματα παρακολούθησης, τους δορυφόρους στο Διάστημα, οι οποίοι υποτίθεται ότι ελέγχουν καρέ καρέ τον πλανήτη οποιαδήποτε στιγμή, την ασύλληπτη ηλεκτρονική τεχνολογία εντοπισμού του παραμικρού ατυχήματος, ώς και την τεχνολογία των κινητών τηλεφώνων, η οποία έχει τροφοδοτήσει πλήθος σενάρια κατασκοπικής παρακολούθησης των χρηστών.

Ακόμη κι αν μέχρι την ώρα που θα δημοσιευθεί το παρόν έχει βρεθεί ίχνος του αεροσκάφους-φάντασμα, οι δύο σχεδόν εβδομάδες κατά τις οποίες εξελισσόταν χωρίς αποτέλεσμα η μεγαλύτερη επιχείρηση έρευνας στην ιστορία τέτοιου είδους περιπτώσεων αποδεικνύει την αδυναμία, την κρίσιμη ρωγμή, στο κολοσσιαίο σύστημα ελέγχου και υποτιθέμενης προστασίας της ανθρώπινης ζωής, το οποίο έχει διαμορφωθεί με τα τελειότερα επιτεύγματα επιστήμης και τεχνολογίας. Και η πικρή ειρωνεία είναι ότι οι 240 ψυχές, που μετέφερε το Mπόινγκ, πέρασαν μετά το πρώτο 24ωρο σε δεύτερη μοίρα, μετατράπηκαν σε απλό φόντο οδύνης για να προβληθούν πάνω του με μεγαλύτερη ένταση τα πιο συναρπαστικά σενάρια. Αλλωστε η φαντασία έχει προηγηθεί. Πλήθος αφηγήσεις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές, οι οποίες πραγματεύονται τους μύχιους ανθρώπινους τρόμους και αποτελούν τον καθρέφτη της κουλτούρας, των επιτευγμάτων, των κοινωνικών και ταξικών νοοτροπιών (από το Star Treck ώς το Lost), τροφοδότησαν τις πιο απίθανες ιστορίες για φεϊσμπουκική κατανάλωση.

Το εξηγεί έξοχα ο Παναγής Παναγιωτόπουλος στο βιβλίο του «Τεχνολογικές καταστροφές και πολιτικές του κινδύνου (εκδ. Πόλις), όπου με αφορμή τρεις εγχώριες τραγωδίες –το ναυάγιο του «Χειμάρρα» το 1947, το ναυάγιο στη Φαλκονέρα 1966 και το ναυάγιο του «Σάμινα» το 2000– προσθέτοντας παραδείγματα και από τη διαχείριση σεισμών κ.λπ., χαρτογραφεί, αναλύει και ερμηνεύει από τις πολιτικές, τις κοινωνικές μέχρι και τεχνολογικές δυναμικές που αναπτύσσονται ως συνέπειες. Ενα εξαιρετικά πολύτιμο πόνημα για να αντιληφθούμε τη λειτουργία των κοινωνιών του ρίσκου, των σύγχρονων κοινωνιών, στο οποίο αντιμετωπίζει τέτοιου είδους γεγονότα ως πολύτιμους δείκτες για το επίπεδο και την ποιότητα του πολιτισμού, τεχνολογικού, πολιτικού και συναισθηματικού ακόμη.

Ειδικώς δε, στις σύγχρονες μεγάλες καταστροφές, όπου η τεχνολογία αποδεικνύεται αδύναμη να επιτελέσει τον ρόλο τον οποίο ευαγγελίζεται, τον ρόλο που οι σύγχρονες αφηγήσεις από τη μυθοπλασία μέχρι την πολιτική της αναθέτουν, δηλαδή να προστατεύσει και να εμπνεύσει αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες, μας δίνει ο Παναγιωτόπουλος ένα πανόραμα των συνεπειών τους. Πολύ συγκεκριμένες, γράφει, καθώς «διακόπτουν και αμφισβητούν την ακεραιότητα του ατόμου, την ψυχική του συγκρότηση και τη νοερή αυτοβιογραφία του. Αυτό δε συμβαίνει την ίδια στιγμή που τυπικοί και άτυποι θεσμοί, καθώς και δημόσιες εξουσίες (κράτη και εταιρείες), υπόσχονται στο άτομο μηδενική έκθεση στον κίνδυνο και μεγίστη ασφάλεια».

Η περίπτωση του Μπόινγκ ωστόσο έχει μια επιπλέον ιδιομορφία, καθώς την ίδια στιγμή που πλήττει καίρια τους καθοριστικούς μύθους του κόσμου μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ότι δηλαδή η τεχνολογία της παρακολούθησης και τα εξελιγμένα ηλεκτρονικά συστήματα ελαχιστοποιούν τις απειλές καταστροφής, δίνει και τη δυνατότητα να αξιοποιηθεί η ίδια η τεχνολογία για να στηθεί το γνώριμο πανηγύρι επικοινωνιακής φρενίτιδας. Το πανηγύρι που προσφέρει την ψευδαίσθηση της εγγύτητας και εξ αυτής την ψευδαίσθηση της ασφάλειας του «χωριού». Είμαστε όλοι παρόντες στο γεγονός, «βλέπουμε» όλοι τα ίδια και ανταλλάσσουμε τις ιστορίες μας σαν τίποτε να μην έχει αλλάξει. Η θετική πτυχή είναι ότι η συχνά «άτυπη συμμετοχή των πολιτών στις συζητήσεις των ειδημόνων», όπως επισημαίνει ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, διαμορφώνει και τους όρους μιας κριτικής αντιμετώπισης της επιστημονικής γνώσης.

Χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζεται η εξόχως ψυχαγωγική πτυχή τέτοιου είδους μιντιακών θεαμάτων, όπου μετά την πρώτη κοινή έκπληξη, προσφέρουν ένα πεδίο πλήθους εκτονώσεων ναρκισσιστικών, κανιβαλικών, μυθοπλαστικών, οι οποίες αν δεν εξαερώνουν τουλάχιστον διασκεδάζουν το αίσθημα κινδύνου και μαζί του, αλίμονο, τον σεβασμό στην οδύνη των πραγματικά πληγέντων.