ΑΠΟΨΕΙΣ

Αρση γερμανικού βέτο για νέο χρήμα

Τη μέρα που ελληνικές τράπεζες ξεκίνησαν την ανεξαρτητοποίησή τους από τις κρατικές ενισχύσεις, βγαίνοντας στις αγορές για πρώτη φορά από τη χρεοκοπία της χώρας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κέρδισε «άρωμα ανεξαρτησίας» στη νομισματική της πολιτική: της το πρόσφερε η «βασική μέτοχος» της, η Bundesbank. O πρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας Γιενς Βίντμαν, σε μια εντυπωσιακή «στροφή» είπε πως ένα πρόγραμμα QE (αγοράς ομολόγων) ως άμυνα στον αποπληθωρισμό «δεν είναι γενικά εκτός συζήτησης». Στην ίδια συχνότητα, έτερο «συντηρητικό» μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ, ο Φινλανδός κεντρικός τραπεζίτης Λιικάνεν – τόνισε πως η ΕΚΤ έχει κι άλλα όπλα για την αντιμετώπιση της παγίδας του αποπληθωρισμού.

Τα προγράμματα αγοράς ομολόγων αποτελούν μη ορθόδοξες παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών, με τις οποίες διοχετεύουν υπερβάλλουσα ρευστότητα στις αγορές. Στρέμματα σελίδων -ηλεκτρονικών και μη- έχουν γραφεί για τη σχεδόν αταβιστική αντίρρηση των Γερμανών σε μέτρα που αυξάνουν τη νομισματική κυκλοφορία και που θεωρητικά έχουν πληθωριστικό αποτέλεσμα. (Σχεδόν όλοι πια ξέρουν για «το ιστορικό τραύμα» που προκάλεσαν τα πληθωριστικά μάρκα «της Βαϊμάρης»). Ομως, ο κίνδυνος πληθωρισμού ανήκει σε μελλοντική φάση της κρίσης. Είναι ο φόβος του αποπληθωρισμού που εδώ και αρκετούς μήνες προβάλλεται ως πιο σημαντικός – κι έχει επιτρέψει το στρογγύλεμα των γερμανικών αντιρρήσεων.

Το πλήρωμα του χρόνου λοιπόν ήρθε για την επίσημη άρση του γερμανικού βέτο στο «νέο χρήμα». Οσο για τον καταλύτη της συγκεκριμένης ανακοίνωσης: Να είναι άραγε ευτυχής σύμπτωση που η Ευρώπη έχει μουσαφίρηδες αυτές τις μέρες; Να είναι τυχαίο που η Bundesbank κάμπτεται και αίρει την απόλυτη αντίθεσή της σε προγράμματα αγοράς ομολόγων για την τόνωση των αγορών, την ώρα που οι πρόεδροι των ΗΠΑ και της Κίνας περιοδεύουν την Ε.Ε.;

Η λεκτική υπαναχώρηση της Bundesbank εξουδετερώνει μεγάλο μέρος της δημόσιας κριτικής προς στην Ευρώπη (Ουάσιγκτον και Πεκίνο πιέζουν για καιρό το Βερολίνο να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις και να ακολουθήσει μια πιο ευέλικτη νομισματική πολιτική): Τώρα, οι διεθνείς αγορές παίρνουν μήνυμα ότι η οικονομία της Ευρωζώνης δεν θα «βαλτώσει» λόγω γερμανικού «κωλύματος», ότι αν χρειαστεί η ΕΚΤ να αποφασίσει μη ορθόδοξα μέτρα για να αποφύγει τη παγίδα του αποπληθωρισμού, θα το κάνει χωρίς εσωτερικά εμπόδια.

Ως προς την ουσία, το ερώτημα είναι αν η στροφή της Bundesbank θα οδηγήσει σε αύξηση του δανεισμού του ιδιωτικού τομέα: Ας μην περιμένουμε να ανοίξουν οι κρουνοί της ρευστότητας για τις τράπεζες της Ευρωζώνης, και στη συνέχεια για τους πελάτες τους. Το νέο, πιο ήπιο μήνυμα της γερμανικής πλευράς, δεν ήταν σήμα για άμεση δράση. Αποτελεί άρση εμποδίων για ενδεχόμενη δράση. Ενισχύει το προφίλ της Ευρωζώνης ως καταφύγιο καθώς προσθέτει το στοιχείο της «ευελιξίας».

Ο επικεφαλής της Bundesbank «έβαλε νερό στο κρασί του», με την κρυφή ελπίδα να μη χρειαστεί να το πιει ποτέ. Αίροντας αντιρρήσεις που μοιάζουν παράλογες σε πολλούς, προσπαθεί να συνεισφέρει και αυτός στη βελτίωση της ευρωπαϊκής βιτρίνας. Αν η προσπάθεια στεφθεί με επιτυχία, τότε θα συρρεύσουν διεθνή κεφάλαια για να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή ρευστότητα, δεν θα χρειαστεί να την ενισχύσει η ΕΚΤ με «φρέσκα», δικά της ευρώ.

Το θετικό για την Ευρώπη είναι ότι προς το παρόν η προσπάθεια μοιάζει να παράγει αποτελέσματα. Η εισροή επενδυτικών ροών στην Ευρωζώνη συνεχίζεται. Το ρεύμα για μετοχές και ομόλογά της ενισχύεται, η συνεισφορά τού ξεπαγώματος της ελληνικής τραπεζικής αγοράς αποτελεί συμβολική επιβεβαίωση της «συνολικής ανάκαμψης» στη Ζώνη του Ευρώ.

«Το θα κάνουμε τα πάντα για το ευρώ αν χρειαστεί» του Ντράγκι, όπως και το «θα αγοράσουμε και ομόλογα αν χρειαστεί» του Βίντμαν, φανερώνουν τη νέα αυτοπεποίθηση της Ευρώπης – και υποκρύπτουν την ελπίδα να μη δοκιμαστεί σε ακραίες συνθήκες.