ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο δικαστής σε ώρα κρίσης

Σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία, η βελτίωση της απονομής της Δικαιοσύνης αποτελεί μόνιμη επιδίωξη. Περνάει προπάντων από την ανύψωση του επιπέδου των λειτουργών της. Περνάει όμως ακόμη και από την επίλυση μερικών βασικών προβλημάτων, τα οποία, αν και παρουσιάζουν αυτοτέλεια, συνδέονται άρρηκτα με τον βασικό κορμό της Δικαιοσύνης.

Ενα στερεότυπο συνόδευε την εικόνα που είχαν οι πολίτες για τους δικαστές: ότι ζουν απόμακροι, περίκλειστοι, αμυνόμενοι συνεχώς, σ’ έναν κόσμο που συνωμοτεί κατά της ακεραιότητάς τους και απειλεί να τους διαφθείρει.

Το χιούμορ, η λοξή ματιά, ο αυτοσαρκασμός είναι η έξοδος από αυτά.

Η ακεραιότητα του δικαστή –όπως είχα επισημάνει και σε ομιλία μου στις 13 Μαρτίου στην Εθνική Σχολή Δικαστών και της οποίας παραθέτω τα κύρια σημεία– αναδεικνύεται και γίνεται αρετή μέσα στην κοινωνία και στους πειρασμούς της.

Εχουν προβληματίσει πολύ και πολλούς οι δικαστές που θεωρούσαν ότι μόνο οι ηθικές αξίες στις οποίες οι ίδιοι πιστεύουν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Αυτή η μονοδιάστατη προσωπικότητα ήταν η βάση της στενότητας αντιλήψεων, της προκατάληψης. Ομως στις σύγχρονες κοινωνίες ο πλουραλισμός των ηθικών αντιλήψεων είναι κύριο χαρακτηριστικό. Το κράτος δεν επιβάλλει ούτε προάγει έναν συγκεκριμένο ηθικό τρόπο ζωής. Τηρεί στάση ουδέτερη.

Υπάρχουν ακόμη δικαστές που πάσχουν από δικαστική βουλιμία και θεωρούν ότι μόνο αυστηρές καταδίκες φέρνουν ειρήνη και ασφάλεια στην κοινωνία.

Το δικαστικό ιδιόλεκτο στη γραφή και στον προφορικό λόγο παρέκαμπτε τα απλά ελληνικά, προσκολλημένο σε μια παράδοση που είχε διανύσει την ιστορική της διαδρομή. Σήμερα, ευτυχώς, είναι σχεδόν γενικευμένη η χρήση της απλής ελληνικής γλώσσας. Δεν αρκεί μόνον αυτό. Η σύνταξη αποφάσεων κ.λπ. ατέλειωτων και στρυφνών παρατηρείται συχνά. Οι δικαστικές αποφάσεις, τα βουλεύματα κ.λπ. δεν είναι απαραίτητο να είναι λογοτεχνικά κείμενα, πρέπει όμως να συμπυκνώνουν περίπλοκες έννοιες και καταστάσεις μέσα σε λίγες λέξεις και απλές φράσεις.

Ο ρόλος του δικαστή είναι συγκεκριμένος. Ο δικαστής δεν παράγει τον νόμο· τον αναζητεί, τον βρίσκει και τον εφαρμόζει.

Μπορεί ενδεχομένως ο νόμος να μην είναι σωστός. Ομως θα τον εφαρμόσει. Αν δεν το κάνει, είναι κακός δικαστής, σφετερίζεται άλλη εξουσία. Και προσοχή! Ολοι οι κακοί νόμοι δεν είναι υποχρεωτικά αντισυνταγματικοί!

Η ερμηνεία των νόμων είναι το πεδίο ανάδειξης της ποιότητας των δικαστικών ενεργειών. Αρκεί να μην αγνοούνται ο σκοπός και η γραμματική διατύπωση του νόμου, γιατί τότε δεν πρόκειται για διασταλτική ερμηνεία, αλλά ερμηνευτική αυθαιρεσία.

Πολύ πιο επικίνδυνη γίνεται η ερμηνεία διατάξεων του Συντάγματος, που καταλήγει σε μικρές ή μεγάλες αναθεωρήσεις του.

Η Δικαιοσύνη έχει και παιδευτικό ρόλο, απονέμεται στο όνομα του ελληνικού λαού και αυτός πρέπει να γνωρίζει αλλά και να καταλαβαίνει τα επιχειρήματα του δικαστικού συλλογισμού (…).

Τελευταία γίνεται προσπάθεια, με την επίκληση των συνταγματικών εγγυήσεων κατάργησης ή διόρθωσης ορισμένων από τις λεγόμενες μνημονιακές ρυθμίσεις.

Ενόψει του ότι ο δημοσιονομικός στόχος είναι ανειλημμένη υποχρέωση της χώρας, κάθε αλλαγή στις ρυθμίσεις αυτές προϋποθέτει αλλαγές στα υποκείμενα των επιβαλλομένων βαρών, δηλαδή αναδιανομή εισοδήματος και βαρών, από τη δικαστική εξουσία. Αυτό όταν γίνεται συνιστά αλλοίωση του πολιτεύματος.

Πέρα από αυτό το κύριο ζήτημα, σε πρακτικό επίπεδο δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι και οι πιο βαθυστόχαστες δικαστικές αποφάσεις, με άψογες συνταγματικές ερμηνείες, δεν μπορούν να γεμίσουν άδεια ταμεία.

Ο δικαστής έχει τον τελευταίο λόγο για το τι θα ισχύει ως δίκαιο. Αυτό σημαίνει ότι έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει τη θέλησή του στην κοινωνία, και μάλιστα να την επιβάλλει ως δίκαιο. Εν τούτοις, οι προσωπικές, ακόμη και ιδεολογικές αντιλήψεις των δικαστών για φλέγοντα ζητήματα (μνημόνια, μετανάστες, αντιμετώπιση διαφθοράς, εγκληματικότητα κ.λπ.) αυτές καθ’ εαυτές, δεν είναι το πρόβλημα. Γίνονται τεράστιο θεσμικό πρόβλημα, όταν καθιστούν την πολιτική τους ιδεολογία, συνταγματικό κανόνα.

Η ιδέα ότι κάποιοι δικαστές illuminati σε περιόδους κρίσης θα αναλάβουν να καθοδηγήσουν την κοινωνία είναι αδύνατη και θα ήταν τρομακτικό εάν ήταν δυνατή.

Το λεγόμενο κοινό αίσθημα περιέχει από τη φύση του ένα μέρος «φυσικού δικαίου» και ένα μέρος μικρού, μικρότατου συμφέροντος. Η κοινωνία είναι οι άνθρωποι, οι ομάδες τους που την απαρτίζουν. Είναι όμως και κάτι παραπάνω. Είναι και οι θεσμοί και οι δεσμοί που τη συνδέουν, η συλλογική μνήμη και τα έθιμα.

Και σαν τέτοια μας περιβάλλει και μας περιέχει. Δεν μπορεί να αγνοείται.

Γι’ αυτό όταν οι δικαστές, μέλη αυτής της κοινωνίας, αποφασίζουν για τις αποδοχές τους, μη λαμβάνοντας υπόψη την υπόλοιπη κοινωνία, που υφίσταται και αυτή βάρη και περικοπές, δραπετεύουν από τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη, πλήττουν τον ίδιο τον πυρήνα της κοινωνίας. Η Δικαιοσύνη εκτός από θεσμικό πρέπει να είναι και ηθικό αντίβαρο.

Τέθηκε τελευταία το ερώτημα: Για λόγους αυτοπροστασίας του κράτους δικαίου, είναι θεμιτές κάποιες παρεκκλίσεις από τη νομιμότητα;

Μήπως σε περιόδους αμφισβήτησης της ίδιας της Δημοκρατίας η προσήλωση στις αρχές του αποτελεί τυπολατρία; Και εάν ναι, πόσο νερό επιτρέπεται να βάλει ο νομικός στο κρασί του χωρίς να αυτοκαταργηθεί ως επιστήμονας που σέβεται τον εαυτό του, εάν δε είναι και δικαστής, χωρίς να διαβεί τα όρια της δημοκρατικής τάξης.

Είναι πράγματι υπαρξιακό το ερώτημα για έναν νομικό και ιδίως για τον δικαστή.

Στο πολιτικό πεδίο, όλοι οι επιθυμητοί θεσμοί έχουν το τίμημά τους: η ελευθερία δυσκολεύει την ισότητα, η δικαιοσύνη αυξάνει τον έλεγχο και την καταστολή, η βιομηχανική πρόοδος υποβαθμίζει το περιβάλλον, οι δικαστικές εγγυήσεις επιτρέπουν σε κάποιους κακοποιούς να διαφεύγουν την τιμωρία, η υποχρεωτική γενική παιδεία μπορεί να διευκολύνει την κρατική ιδεολογία και προπαγάνδα κ.λπ.

Το μείγμα με τα διάφορα πράγματα που θέλουμε αναζητεί τη σωστή αναλογία: Είναι το ατελείωτο συναρπαστικό παιχνίδι της Δημοκρατίας.

Η καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης πλήττει την ίδια την ιδέα της Δικαιοσύνης, τις συναλλαγές, τη λειτουργία του κράτους. 400.000 υποθέσεις περίπου εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια!

Και όμως, διαθέτουμε 29 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους έναντι 19 δικαστών του ευρωπαϊκού μέσου όρου και χρειαζόμαστε 510 ημέρες εργασίας για να τελεσιδικήσει μία υπόθεση όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 170 ημέρες (στοιχεία 2012).

Διάβαζα τελευταία ότι η Τράπεζα της Ελλάδος σε έκθεσή της περιγράφει επτά διαρθρωτικές αιτίες για την απουσία επενδύσεων, κυρίαρχη μεταξύ αυτών οι καθυστερήσεις στην επίλυση των δικαστικών διαφορών. Η μόνιμη λύση δεν μπορεί παρά να είναι η απλοποίηση ουσιαστικού δικαίου και διαδικασιών, αλλιώς η Δικαιοσύνη θα τρέχει συνεχώς πίσω από την ουρά της.

Η σημερινή Δικαιοσύνη μετριέται με το μπόι των λειτουργών της, και είμαι βέβαιος ότι θα ψήλωνε πολύ εάν δικαστήριο κήρυσσε, κάποια μέρα, παράνομη και καταχρηστική, απεργία δικαστικών λειτουργών. Μία τέτοια απόφαση θα είχε τεράστια συμβολική σημασία και όλοι ξέρουμε ότι τα σύμβολα είναι συχνά ισχυρότερα από τα γεγονότα και τη λογική.

Οι δικαστές με τις απεργιακές κινητοποιήσεις τους περιφρονούν το Σύνταγμα, αποποιούνται τις ευθύνες τους, απονομιμοποιούνται.

Ο χώρος αυτός, χώρος ελευθερίας και εργαστηρίου ιδεών, πρέπει να έχει ως πρώτο κανόνα την αυτοκριτική, χωρίς τον φόβο του εφημερεύοντος δικαιομέτρη, έτοιμου να βρει εχθρούς της Δικαιοσύνης.

Το πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, θεσμικό περιβάλλον είναι περιβάλλον παρακμής, τόσο ως αίτιο όσο και ως αποτέλεσμα της κρίσης που βιώνουμε. Ο χρόνος έχει πυκνώσει τόσο πολύ, που έχει γίνει αφόρητος.

Η ατιμώρητη ύβρις αυτών που επαίσχυντα ιδιωτικοποίησαν τα δημόσια αξιώματα κλείνει και σκοτεινιάζει τον ορίζοντα.

Το ηθικό ζήτημα είναι πια ουσιώδες πολιτικό ζήτημα. Από την επίλυσή του εξαρτάται η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Ολο και πιο πολλοί συνειδητοποιούν ότι αντί να καταριούνται το σκοτάδι, καλύτερα να ανάψουν ένα καντήλι. Να κάνουν κάτι.

Στη διάχυτη κατάθλιψη αρχίζουν να ανάβουν φλόγες ελπίδας, που διακρίνονται δειλά εδώ και εκεί.

* Ο κ. Γιώργος Κουβελάκης είναι σύμβουλος Επικρατείας επί τιμή, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης (1993-1995).