ΑΠΟΨΕΙΣ

Για ποια Ελλάδα την επόμενη μέρα;

Η Ελλάδα, έξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, κατάφερε σε δύσκολες συνθήκες να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας, που της στέρησε την πρόσβαση στις αγορές και την προσφυγή στους θεσμικούς πιστωτές. Mε μεγάλες καθυστερήσεις, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, που τις διόγκωσε η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης, αφού το ΑΕΠ σε μια εξαετία μειώθηκε κατά 25% και η ανεργία πλέον πλησιάζει το 28%.

Σήμερα, το μεγάλο ζητούμενο είναι αν έχουμε πραγματικά καταφέρει να ξεφύγουμε οριστικά από την κρίση και οι προοπτικές για την επόμενη ημέρα.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό. Αυτά, μαζί με τη δημοσιονομική εκτροπή της περιόδου 2004-2009, οδήγησαν την Ελλάδα εντελώς απροετοίμαστη απέναντι στη μεγαλύτερη κρίση που γνώρισε.

Στο διάστημα που μεσολάβησε αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα, ώστε να μην επαναληφθεί η κρίση; Η απάντηση είναι, δυστυχώς, αρνητική.

Εκτιμώ ότι το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων αλλαγών, ιδιαίτερα στους θεσμούς, είναι ακόμη μπροστά μας. Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση. Τυπικό παράδειγμα, ο τρόπος επιλογής διοικήσεων σε φορείς του Δημοσίου.

Μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, που καθυστέρησε την υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών και αύξησε το κόστος προσαρμογής, υπήρξε η αδυναμία επίτευξης συναινέσεων. Αντίθετα απ’ ό,τι συνέβη στην Πορτογαλία και την Ιρλανδία.

Η αποδυνάμωση του παραδοσιακού δικομματισμού καθιστά αναγκαίο ένα πλαίσιο λειτουργίας κυβέρνησης και Βουλής, που θα διευκολύνει τη συγκρότηση πολυκομματικών κυβερνήσεων βάσει προγραμματικών συμφωνιών ακόμη και κομμάτων με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και αλλαγές που αφορούν τη διάρκεια μιας Βουλής που προκύπτει ύστερα από πρόωρη διάλυση προηγούμενης, το εκλογικό σύστημα, τις εκλογικές περιφέρειες, τον τρόπο εκλογής βουλευτών, τα οικονομικά των κομμάτων κ.ά., προκειμένου η χώρα να διαμορφώσει ένα θεσμικό πλαίσιο που να διευκολύνει τη συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων.

Η Δικαιοσύνη, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει, δεν μπορεί ακόμη να συνεισφέρει στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της οικονομίας και τη δημιουργία αίσθησης κράτους δικαίου. Η εκδίκαση σημαντικών υποθέσεων καθυστερεί και η ανασφάλεια δικαίου προβληματίζει πολλούς δυνητικούς επενδυτές και επηρεάζει και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων.

Στην οικονομία, παρά τις εκτεταμένες αλλαγές στο ασφαλιστικό, στις εργασιακές σχέσεις, στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, δεν έχει επιτευχθεί ο αναγκαίος μετασχηματισμός προς όφελος του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Η εξάλειψη του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών προέκυψε κυρίως μέσω της μείωσης των εισαγωγών εξαιτίας της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος προς κατανάλωση.

Το τραπεζικό σύστημα είναι σε καλύτερη θέση σε σχέση με την περίοδο πριν από την ανακεφαλαιοποίηση. Μπορεί πλέον να προσελκύει κεφάλαια από ιδιώτες και τις αγορές. Εξακολουθεί όμως να είναι παγιδευμένο σε δανειοδοτήσεις επιχειρήσεων που δεν είναι ανταγωνιστικές και δεν έχουν προοπτική. Ετσι, αποστερεί τα λίγα διαθέσιμα κεφάλαια από τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, που θα διευκολύνουν την αναγκαία αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.

Η αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης προχωρεί με αργούς ρυθμούς. Η αξιολόγηση των εργαζομένων παραμένει το μεγάλο ζητούμενο, ώστε η χώρα να αποκτήσει μια δημόσια διοίκηση που να εξυπηρετεί τον πολίτη και να είναι φιλική προς την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Το φορολογικό πλαίσιο, παρά τις συνεχείς νομοθετικές πρωτοβουλίες, εξακολουθεί να είναι ασαφές και αόριστο. Προκαλεί ανασφάλεια στον φορολογούμενο, αλλά και στους επενδυτές. Και εδώ η ανάγκη για ευρύτερη πολιτική συναίνεση, ώστε να προχωρήσουμε σε ένα πλαίσιο που θα παραμείνει σταθερό, είναι ανυπέρβλητη.

Η χώρα, ακόμη και αν περάσει το 2014 σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, θα έχει υψηλά επίπεδα ανεργίας για μεγάλο διάστημα. Χρειαζόμαστε πολλά επενδυτικά κεφάλαια, για να διασφαλίσουμε ότι θα δημιουργούμε πάνω από εκατό χιλιάδες θέσεις εργασίας κάθε χρόνο.

Οι καθυστερήσεις που περιέγραψα δεν διευκολύνουν την είσοδο αυτών των κεφαλαίων.

Πολλές από τις παραπάνω διαπιστώσεις συμμερίζονται πολιτικοί και κόμματα, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους αφετηρία.

Ο πρόσφατος όμως τεχνητός διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών, πέρα από την ανιστόρητη κατάργηση της διάκρισης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, οδήγησε σε ένα διχασμό που εμποδίζει μια ουσιαστική δημόσια συζήτηση για την ανασυγκρότηση της χώρας.

Γιατί πρέπει να δοθεί ουσιαστική πολιτική απάντηση στο πώς γίνεται η μετάβαση σε ένα οικονομικό μοντέλο που δημιουργεί θέσεις εργασίας και λειτουργεί αποτελεσματικά, έχει μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα ως προς τις κοινωνικές παροχές που χρηματοδοτεί και διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες για όλους.

Οι πολίτες περιμένουν να δουν ουσιαστικές προτάσεις από τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου για την επόμενη ημέρα.

Πολύ περισσότερο, αφού αρκετά από τα ζητήματα που μας αφορούν και επηρεάζουν τις προοπτικές μας, όπως π.χ. οι αποφάσεις για το χρέος, συγκαθορίζονται από αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η χώρα, λοιπόν, έχει ανάγκη από αποφάσεις συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες και ενταγμένες σε σχέδιο. Γι’ αυτό, είναι η ώρα της θετικής ψήφου. Δεν αρκεί πια –όπως συνέβη το 2012– η ψήφος διαμαρτυρίας ή η έκφραση οργής. Αυτό το συναισθάνονται οι Ελληνες πολίτες και θα το καταλάβουν και όσοι πάνε να ψηφοθηρήσουν χωρίς να λένε απολύτως τίποτε ή λέγοντας τα πάντα. Γι’ αυτό και πρέπει να στηριχθεί το ψηφοδέλτιο του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος στην Ελλάδα.

* Ο κ. Φίλιππος Σαχινίδης είναι βουλευτής νομού Λάρισας του ΠΑΣΟΚ.