ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν οι πολιτικοί υποδύονται

Τα ντοκιμαντέρ που εστιάζουν πάνω σε πολιτικά πρόσωπα δεν είναι καθόλου σπάνια. Το ασυνήθιστο είναι η κάμερα να ακολουθεί ζώντες πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής. Πέρυσι, προβλήθηκε ένα ντοκιμαντέρ που κατέγραφε την πορεία του Γιάννη Μπουτάρη μέχρι τις δημοτικές εκλογές και την ανάληψη του αξιώματος, φέτος δύο σκηνοθέτες ακολούθησαν τον Αλέξη Τσίπρα στην προεκλογική εκστρατεία του 2012, τιτλοφόρησαν τη δουλειά τους «Στο νήμα» και την παρουσίασαν στο πρόσφατο 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Στο ίδιο Φεστιβάλ ο βραβευμένος με Οσκαρ Αμερικανός Ερολ Μόρις συνέθεσε το πορτρέτο ενός διαβόητου πολιτικού, του Ντόναλντ Ράμσφελντ, δύο φορές υπουργού Αμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών, επί Τζέραλντ Φορντ και επί Τζορτζ Μπους του νεότερου, αρχιτέκτονα του πολέμου στο Ιράκ, εφευρέτη των «χειρουργικών» χτυπημάτων.

Θα ήταν τόσο άνισο που θα κατέληγε εμπαθές να κρίνουμε ένα σκηνοθέτη του διαμετρήματος του Ερολ Μόρις με νεότερους σε ηλικία συναδέλφους του. Ομως, όταν χειρίζεσαι την κάμερα ως όπλο πολιτικής επικοινωνίας, πρέπει να γνωρίζεις ότι εύκολα στρέφεται εναντίον τόσο του προβαλλόμενου όσο και του δημιουργού.

Η κινηματογραφική εικόνα, ακόμη και όταν πρόκειται για ντοκουμέντο και όχι για μυθοπλασία, υπακούει στους κανόνες της οπτικής σάρωσης. Με το βλέμμα προσλαμβάνουμε, από αυτό εξαρτάται το περιεχόμενο της επικοινωνιακής σχέσης. Οι θετικές ή αρνητικές κρίσεις κινητοποιούνται ή νεκρώνουν ανάλογα με τον «πρωταγωνιστή», σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη.

Σύγκριση μπορεί να υπάρξει μόνο ανάμεσα στο «Ενα βήμα μπροστά» του Δημήτρη Αθυρίδη και «Στο νήμα» των Αλέξανδρου Παπανικολάου και Εμιλυ Γιαννούκου. Μόνο που εδώ, το χάσμα ανάμεσα στον Γιάννη Μπουτάρη και τον Αλέξη Τσίπρα είναι αγεφύρωτο. Και δεν οφείλεται στην εμπειρία του ενός και στο άγουρο της ηλικίας του άλλου. Ο πρώτος είναι ζωή, δεν είναι πόζα ζωής. Κερδίζει στον χρόνο, γιατί ο χρόνος στέκεται στο πλευρό εκείνων που δεν ψεύδονται, δεν μασκαρεύουν τον λόγο τους με περιττά φτιασίδια. Ο Γ. Μπουτάρης είχε το δικό του λεξιλόγιο, που δεν το δέσμευσε κάτω από κανένα «λάβαρο». Αυθαιρέτησε. Χειρίστηκε την αλήθεια του ως καινοτομία. Και αυτό ο νεαρός σκηνοθέτης του το κατανόησε εξαρχής, το ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο. Τον άφηνε να προηγείται πάντα «ένα βήμα μπροστά».

Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Αλέξη Τσίπρα ήταν αμήχανο. Οχι στρατευμένο. Οι σκηνοθέτες του κράτησαν απόσταση ώστε να αποτυπωθούν και κενά, και δισταγμοί, και αμφιβολίες. Ομως, ο κινηματογραφικός Αλ. Τσίπρας μοιάζει σαν να μη συμμετέχει ακόμη και όταν εμφανίζεται σε στιγμές χαλάρωσης με τους συνεργάτες του. Νιώθει άβολα; Μπορεί. Είναι όμως «απών», άδειος από φορτία ακόμη και όταν αφηγείται περιστατικά από την παιδική ηλικία του («δευτέρα, τρίτη δημοτικού, άνοιγα την εφημερίδα στο πάτωμα και τη διάβαζα»)· δεν φαίνεται να ταλανίζεται από έγνοιες, από την κρισιμότητα των ιστορικών στιγμών, ακόμη και όταν επαναλαμβάνει σε μια προεκλογική ομιλία του το μότο «αναλαμβάνουμε ευθύνη και εγγυόμαστε». Να είναι σκηνοθετική αβεβαιότητα, αδεξιότητα ή μήπως το κινηματογραφικό αντικείμενο δεν «γράφει» στον φακό; Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό όταν πρόκειται για ένα νέο, όμορφο πρόσωπο; Εάν θέλουμε να κρίνουμε το ντοκιμαντέρ με όρους πολιτικούς ή αισθητικούς, η πολυσυζητημένη σκηνή με το χαστούκι (του Ηλία Κασιδιάρη στη Λιάνα Κανέλλη) που τόσο σχολιάστηκε, προσφέρεται μόνο για εκμετάλλευση από τους πάσης φύσεως αντιπάλους του. Ο Αλ. Τσίπρας αντιδρά ως τηλεθεατής γελώντας παγωμένα, χαρακτηρίζει τον Κασιδιάρη ψυχοπαθή και παρατηρεί ότι «εκείνη τον μούρνταρε πρώτη». Τίποτα το κατακριτέο εάν κρίνουμε τη συμπεριφορά με την απόσταση της τηλεθέασης. Κανείς δεν θα έβαζε τις φωνές ή τα κλάματα βλέποντας τη σκηνή από το σπίτι του. Θα πάγωνε από την αθλιότητα. Και αυτό έκανε ο Αλ. Τσίπρας με τον τρόπο του. Αν κάποιος θέλει να ασκήσει κριτική υπάρχουν σκηνές πολύ πιο αποκαλυπτικές, και κυρίως η γενική αίσθηση: η προεκλογική τελετουργία έχει κάτι μηχανικό, που θυμίζει παπαγαλία ασκημένου μαθητή και όχι ενσυναίσθηση υποψήφιου ηγέτη. Περισσότερο παραπέμπει σε ανάληψη εργολαβίας παρά σε εκλογική μάχη.

Ο Ερολ Μόρις δέχτηκε πολλά πυρά για τα «Γνωστά και άγνωστα» («The unknown known») του Ράμσφελντ. Οτι δεν του έκανε σκληρές ερωτήσεις, ότι δεν τον αποδόμησε, ότι δεν τον έφερε σε πραγματικά δύσκολη θέση. Ομως, εν προκειμένω, είναι διαφορετικό το διακύβευμα: ο Ράμσφελντ κουβαλάει στην πλάτη του το Γκουαντάναμο και οι απαντήσεις που δίνει στα προσεκτικά επιλεγμένα ερωτήματα του Μόρις προκαλούν χαμόγελα («υπήρχαν ένα, δύο, τρία περιστατικά βασανισμού αλλά δεν ήταν γενικευμένα» ή «δεν έχω ξανασυναντήσει τόσο ελλιπή πληροφόρηση για ένα μέρος όσο για το Γκουαντάναμο»). Την ίδια στιγμή εδράζονται σε μια πολιτική αντίληψη, στην κοσμοθεωρία του, με αποφθεγματική ισχύ. Λέει για παράδειγμα: «Δεν ελέγχεις την ιστορία και αποτυγχάνεις αν η ιστορία σε ελέγχει». Ή: «Μόνον οι ελεύθεροι άνθρωποι έχουν επιλογές για το καλύτερο και το χειρότερο». Η επιμονή του Μόρις είναι μεθοδική και η μέθοδός του υποδειγματική. Ρωτάει τον Ράμσφελντ: «Πώς καταλαβαίνει κανείς ότι έχει υπερβεί τα όρια;» ή φυλάει για το τέλος την απορία που στριφογυρίζει στο μυαλό κάθε θεατή: «Γιατί δεχθήκατε να μου μιλήσετε;». Και ο Ράμσφελντ: «Αυτή είναι μια μοχθηρή ερώτηση… Μακάρι να ’ξερα!..».

Ο Μόρις ωθεί τον 82χρονο Ράμσφελντ να δώσει μια παράσταση στην οποία μιλάει για τις «χιονονιφάδες» του (snowflakes) – το τεράστιο αρχείο από υπομνήματα που έγραψε στη διάρκεια της 50ετούς του θητείας στο Κογκρέσο, στον Λευκό Οίκο, στις επιχειρήσεις και στο Πεντάγωνο. Τα υπομνήματα ανοίγουν ένα παράθυρο στην ιστορία – όχι στο τι συνέβη στην πραγματικότητα, αλλά στο πώς θέλει ο Ράμσφελντ να δούμε τα πράγματα. Σε μετωπική πάντα σχέση με τον φακό, εκτίθεται μέσα από τις χιονονιφάδες, τους γρίφους, τις αντιφάσεις του. Ο Μόρις μάς οδηγεί εκεί όπου λίγοι έχουν βρεθεί ποτέ· πέρα από τις λέξεις, στο «γνωστό άγνωστο» έδαφος του μυαλού του Ντόναλντ Ράμσφελντ.

Οταν η κάμερα ακολουθεί έναν ζώντα πολιτικό αναμετριέται με την Ιστορία. Με την αίσθηση και τη συναίσθηση. Με μνήμη νωπή και εντυπώσεις. Το ντοκουμέντο είναι το ίδιο το πρόσωπο επί της οθόνης. Και αυτή η «εγγραφή» δεν είναι προσωρινή.