ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αποκατάσταση της σαπουνόπερας;

​​Στη δύση τους πλέον στην εγχώρια αγορά οι τουρκικές σαπουνόπερες, φυσική συνέπεια του υπερκορεσμού της από αυτές, παραμένουν ωστόσο ένα φαινόμενο, το οποίο εξακολουθεί να αναλύεται παγκοσμίως για τις ιδιαίτερες και άμεσες κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις τους. Η αλήθεια είναι ότι από τη στιγμή που πέρασε στην «ακαδημία» της ποπ κουλτούρας το «Πέιτον Πλέις», η πρώτη σαπουνόπερα όλων των εποχών, η οποία προκάλεσε την μήνι των φεμινιστριών και διανοουμένων για να αναθεωρήσουν λίγο αργότερα, αναγνωρίστηκε η σημαντική κοινωνική επιρροή του τηλεοπτικού αυτού είδους. Και αυτή ακριβώς την πτυχή αναδεικνύει το ελληνικής παραγωγής ντοκιμαντέρ «Κισμέτ» της Νίνας-Μαρίας Πασχαλίδου (με την προϊστορία αντιδράσεων εθνολαγνικού επαρχιωτισμού που προκάλεσε η απόφαση συγχρηματοδότησής του από την τότε ΕΡΤ, οι οποίες κατέληξαν στην αποπομπή του διευθυντή προγράμματος Κώστα Σπυρόπουλου), το οποίο έγινε αφορμή με την προβολή του αυτές τις ημέρες να επανέλθουμε στη συζήτηση για τη δυναμική του φαινομένου.

Οι σαπουνόπερες προφανώς δεν περίμεναν την τουρκική εκδοχή τους για να «αποκατασταθούν» ως τηλεοπτικό είδος, το οποίο όχι μόνο δεν προσβάλλει, αλλά αντιθέτως νομιμοποιεί τις γυναικείες αξίες και οικοδομεί τον αυτοσεβασμό των γυναικών. Η διαφορά των τουρκικών παραγωγών από πολλές άλλες παρόμοιες –λατινοαμερικανικές, αμερικανικές, αλλά και εγχώριες– συνίσταται στο ότι κόμισαν μια αντίληψη κοινωνικού προοδευτισμού, ο οποίος συγκρούστηκε με τον συντηρητισμό και την υποκρισία θρησκόληπτων μουσουλμανικών κοινοτήτων και με αυτή την έννοια θεωρήθηκαν υψίστης πολιτικής σημασίας. Ο «άσος στο μανίκι» της διπλωματίας του Ερντογάν και η ιδανική έκφραση της πολιτικής της soft power. Μιας Τουρκίας, δηλαδή, ήρεμης πολιτισμικής δύναμης, αλλά και οικονομικού ηγεμονισμού στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή. Αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η σαπουνοπερική κουλτούρα αποδείχθηκε εντέλει μπούμερανγκ των ερντογανικών σχεδιασμών, επειδή απελευθέρωσε μια δημοκρατική δυναμική στο εσωτερικό της χώρας, η οποία όρθωσε σθεναρή αντίσταση στον ερντογανικό αυταρχισμό. Αλλωστε η τουρκική σαπουνόπερα από τη στιγμή που αξιοποιήθηκε ως πολιτικό και διπλωματικό προϊόν ήταν επόμενο να βρεθεί στο επίκεντρο και των πολιτικών εξελίξεων.

Το πολιτικό σκέλος των εν λόγω σειρών βρίσκεται μεν εκτός του πεδίου έρευνας του «Κισμέτ», αλλά η έμφαση στον κοινωνικό τους ρόλο και ιδίως στην καλλιέργεια αυτοπεποίθησης στις γυναίκες των κλειστοφοβικών μουσουλμανικών κοινοτήτων, με αποτέλεσμα την προσωπική και κοινωνική τους απελευθέρωση, είναι ήδη πολιτικό σχόλιο. Η γυναικεία απελευθέρωση και η ισχυροποίηση του ρόλου της γυναίκας αποτέλεσε, άλλωστε, και για τον δυτικό κόσμο καίριο παράγοντα και μέτρο της δημοκρατικής του παράδοσης.

Για το εγχώριο γυναικείο κοινό οι τουρκικές σαπουνόπερες συνδέθηκαν κυρίως με μνήμες από κοινές πατρίδες και παραδόσεις διαμορφωμένες μέσα από την αλλοτινή αγαστή συνύπαρξη των δύο λαών. Προκάλεσαν ένα είδος νοσταλγίας για μια κοινωνία με αποσαφηνισμένους και εξιδανικευμένους ρόλους. Αλλά ακριβώς αυτό είναι το χαρακτηριστικό της επιτυχημένης σαπουνόπερας. Με τον αφηγηματικό της χρόνο να είναι ισοδύναμος του πραγματικού, οι διάφορες κατηγορίες κοινού μπαίνουν διαρκώς στη διαδικασία να θυμούνται το παρελθόν, να απολαμβάνουν το παρόν και να προβλέπουν το μέλλον.

Αλλά το σημαντικό στοιχείο του μεγάλου σουξέ υπήρξαν οι ανδρικοί ρόλοι. Γιατί η γοητεία του σαπουνοπερικού πρωταγωνιστή δεν περιορίζεται σε ό,τι έχει σχέση με την εμφάνισή του και το καλοφτιαγμένο κορμί του, αλλά αφορά τις σχέσεις του, τη συμπεριφορά του, τον χαρακτήρα του. Αυτά τα ιδανικά ανδρικά πρότυπα προκάλεσαν ρίγη ενθουσιασμού και επιθυμίας για μιαν άλλη ζωή στις γυναίκες με τα τσαντόρ από το Ντουμπάι και το Αμπου Ντάμπι μέχρι το Ιράν.

Για όσους, δε, λένε ότι πρόκειται απλώς για τηλεόραση και δεν αφορά την πραγματικότητα, η ανάγκη των γυναικών να αλλάξουν τις συνθήκες της ζωής τους συνέδεσε απολύτως τη σαπουνοπερική πραγματικότητα με τη δική τους, μετατρέποντάς τες σε ένα είδος «πολιτισμικών μνημείων» του αγώνα τους. Χωρίς να λείπουν βέβαια και υπερβολές, όπως να έχει μετατραπεί το σκηνικό στην Κωνσταντινούπολη μιας σαπουνόπερας σε τόπο «προσκυνήματος» των τουριστριών από τη Μέση Ανατολή.

Οι υπερβολές της αφέλειας είναι και αυτές στο παιχνίδι. Σε αυτές βασίστηκε και η πολεμική εναντίον τους, καθώς για πολλούς αναπαρήγαν τα στερεότυπα της γυναικείας υποτέλειας. Αποδείχθηκε το αντίθετο και έχουν αποκατασταθεί ως έκφραση μιας κοινής γυναικείας αισθητικής, ανεξαρτήτως χώρας, γλώσσας και κοινωνικού περιβάλλοντος. Απλώς επιβεβαιώνουν την αξία των γυναικείων χαρακτηριστικών μέσα στην κοινωνία ως συμπληρωματικών και ισότιμων των ανδρικών, διαμορφώνοντας κλίμα κοινωνικής ανοχής, πολύτιμο για όλες τις κοινωνικές ομάδες.