ΑΠΟΨΕΙΣ

Η εκλογή των πρυτάνεων

Εφέτος το καλοκαίρι, στα περισσότερα ελληνικά πανεπιστήμια θα γίνουν πρυτανικές εκλογές, οι οποίες μάλιστα θα είναι αρκετά διαφορετικές σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Κατ’ αρχάς, εκλέκτορες θα είναι μόνο τα μέλη ΔΕΠ των πανεπιστημίων (2.000 περίπου στην περίπτωση του ΑΠΘ που είναι το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο). Επίσης, οι υπηρετούντες πρυτάνεις δεν θα μπορούν να είναι υποψήφιοι για δεύτερη συνεχόμενη θητεία στο ίδιο ακαδημαϊκό ίδρυμα. Eνας στόχος της ρύθμισης αυτής είναι να ενθαρρύνει δραστήριους πανεπιστημιακούς δασκάλους και ερευνητές να θέσουν υποψηφιότητα, γνωρίζοντας πως έπειτα από τέσσερα χρόνια θα μπορούν να επιστρέψουν στην καθημερινή ακαδημαϊκή ζωή τους, που αποτελεί και επαγγελματική επιλογή τους. Τέλος, τα Συμβούλια των πανεπιστημίων, τα οποία συγκροτήθηκαν επίσημα μόλις το 2013, θα επιλέξουν τρεις υποψηφίους σε κάθε πανεπιστήμιο, από το σύνολο εκείνων που θα καταθέσουν αίτηση υποψηφιότητας (οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν ελληνική υπηκοότητα και να είναι πρωτοβάθμιοι καθηγητές στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό) ή, εάν κατατεθούν λιγότερες από τρεις αιτήσεις, θα ελέγξουν τα προσόντα και τα διαπιστευτήρια των αιτούντων. Αυτός ο τρόπος διεξαγωγής των εκλογών, όπως ορίζει ο Ν. 4009/2011, συνάντησε φυσικά έντονη αντίδραση. Θα είναι χρήσιμο, λοιπόν, να δοθούν κάποια συμπληρωματικά στοιχεία.

Στα περισσότερα μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού, δημόσια και ιδιωτικά, η ιδέα μιας καθολικής ψηφοφορίας για τη θέση του πρύτανη, ακόμη κι αν εκλέκτορες είναι μόνο το σύνολο των καθηγητών του ιδρύματος (το αντίστοιχο του πρύτανη είναι ο Vice-Chancellor στη Βρετανία και ο πρόεδρος στις Ηνωμένες Πολιτείες) είναι άγνωστη. Είναι κοινώς αποδεκτό πως η ηγεσία της διοίκησης ενός ιδιαίτερα περίπλοκου μηχανισμού, που έχει την ευθύνη της εκπαίδευσης των επόμενων γενεών και του ερευνητικού έργου που μπορεί να αλλάξει ζωές και κοινωνίες και ο οποίος διαχειρίζεται τεράστια δημόσια και ιδιωτικά κονδύλια, απαιτεί ειδικές γνώσεις και εμπειρία, αλλά και ένα ευρύτερο όραμα για τη θέση των πανεπιστημίων στην κοινωνία γενικότερα. Η επιλογή της ανώτατης διοίκησης για τέτοια ιδρύματα είναι πολύ σημαντική για να εκπέσει σε «διαγωνισμό ομορφιάς» ή σε αρένα για πολιτικές διαμάχες. Στο δικό μου πανεπιστήμιο (Cambridge), για παράδειγμα, το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου, το οποίο διαφέρει σε αρκετά σημεία από τα Συμβούλια των ελληνικών πανεπιστημίων, είναι όμως το κοντινότερο παράλληλο, συγκροτεί μια «Επιτροπή Διερεύνησης» που αναλαμβάνει να εντοπίσει κατάλληλους υποψηφίους, να τους καλέσει σε συνέντευξη και, τέλος, να προτείνει υποψηφίους στο Συμβούλιο, το οποίο θα ψηφίσει και θα αποφασίσει. Δεν υπάρχουν, φυσικά, εγγυήσεις πως αυτό το σύστημα θα δώσει το «σωστό» αποτέλεσμα, αλλά με αυτόν τον τρόπο τουλάχιστον οι υποψήφιοι υποβάλλονται σε μια σοβαρή προεκλογική «αξιολόγηση», η οποία δεν συνηθίζεται στα ελληνικά πανεπιστήμια. Σημαίνει, επίσης, πως τα μέλη της «Επιτροπής Διερεύνησης» και τα μέλη του Συμβουλίου μπορούν να αποφασίσουν αβίαστα, χωρίς τη συνεχή πίεση της δημοσιότητας και των πολιτικών παρατάξεων.

Το νέο εκλογικό σύστημα στην Ελλάδα είναι λοιπόν μόνο ένα βήμα, ένα σημαντικό όμως βήμα, προς τις μεταρρυθμίσεις που θα αναβαθμίσουν τα ελληνικά πανεπιστήμια. Οι επερχόμενες εκλογές θα είναι, επίσης, ένα πραγματικό τεστ και για τα νεοσύστατα Συμβούλια Ιδρυμάτων, στο οποίο καλούνται να αποδείξουν την αφοσίωσή τους στις αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας και σε θεμελιώδεις διοικητικές αρχές όπως η αποφυγή της σύγκρουσης συμφερόντων. Εχω διαπιστώσει πλέον επανειλημμένως πόσο αλλότριες είναι τέτοιες αρχές στον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού ακαδημαϊκού χώρου μέχρι τώρα. Τα Συμβούλια Ιδρυμάτων πρέπει να αποδείξουν πως αυτές οι αρχές δεν είναι απλώς «βιτρίνα», αλλά αποτελούν τον θεμέλιο λίθο όλων των επιτυχημένων πανεπιστημίων. Θέλουμε να πιστεύουμε πως και οι εκλέκτορες θα αγκαλιάσουν τη δυνατότητα αλλαγής που προσφέρεται.

* O κ. Richard Hunter είναι πρόεδρος του Συμβουλίου του ΑΠΘ, βασιλικός καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, τακτικό μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και της Αυστραλιανής Ακαδημίας. Eχει εκδώσει τουλάχιστον είκοσι βιβλία και πάνω από εκατό άρθρα σχετικά με την αρχαία ελληνική φιλολογία, αρκετά από τα οποία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.