ΑΠΟΨΕΙΣ

Ιτε παίδες Ελλήνων

Δυστυχώς το ύφος της δημόσιας συζήτησης περί τα πνευματικά, ή τα οιονεί πνευματικά, ζητήματα γίνεται με όρους πολιτικής ζωής. Δύσκολα βέβαια φτάνει το επίπεδο ενός Γιακουμάτου ο οποίος, προκειμένου να αποδείξει πόσο απέχει πολιτικά από τον αποδιοπομπαίο κ. Μπαλτάκο, δήλωσε ευθαρσώς πως ήταν Παναθηναϊκός και τον αντιπαθούσε. Ουδέν σχόλιον. Οταν όμως το ύφος μεταφράζεται σε ζητήματα που αφορούν την Ιστορία μας και την εθνική μας μυθολογία, και όταν ακούω να κατακεραυνώνεται ο κ. Δήμου, για παράδειγμα, με επιχειρήματα που θα ταίριαζαν σε γυμνασιάρχη κεφαλοχωρίου επί χούντας, ο οποίος παραβλέποντας την προτεταμένη του κοιλιά και το προγούλι, παρότρυνε τους κουρεμένους εν χρω μαθητές του με το περίφημο «Ιτε παίδες Ελλήνων» ε, τότε, σαφώς τάσσομαι με το μέρος του αναθεωρητή.

Επειδή, παρ’ όλα αυτά, ωριμάζοντας σε αυτόν τον τόπο μαθαίνεις να ξεγλιστράς από τους εκβιασμούς της καφενόβιας δημόσιας ζωής –διότι αν δεν το μάθεις, απλώς ξεμαθαίνεις να σκέφτεσαι– θα προσπαθήσω, για μια ακόμη φορά, να μιλήσω για την αξία των συλλογικών μύθων. Εχοντας πάντα κατά νου πως ο συλλογικός μύθος είναι ένα από τα οικοδομικά υλικά της κοινωνικής συνοχής και μην ξεχνώντας πως οι προσπάθειες «απομυθοποίησης» ή αποδόμησης των «μύθων», όταν διεξάγονται με όρους πολιτικής, στην καλύτερη περίπτωση οδηγούν σε αντικατάσταση των παλαιών με νέους μύθους. Διόλου αρνητικό, το αντίθετο. Αρκεί να γίνεται ενσυνειδήτως και να μην κρύβεται πίσω από το δάχτυλο μιας δήθεν επιστημοσύνης που θα μας αποκαλύψει την αλήθεια. Κι αν έχουμε μάθει πια πως οι παππούδες μας δεν τα έκαναν όλα τέλεια, όπως προσπαθούσαν να μας μάθουν οι δάσκαλοί μας, μήπως ήρθε ο καιρός να μάθουμε τι ήταν αυτό που έκαναν οι παππούδες μας, το οποίο, αν και δεν ήταν τέλειο, μας έδωσε το δικαίωμα να γεννηθούμε, να μιλάμε ελληνικά και να αισθανόμαστε πως κάτι αξίζουμε κι εμείς, κάτι παραπάνω απ’ αυτό το ηττημένο κατασκεύασμα που βλέπουμε γύρω μας. Δύσκολη δουλειά η δημιουργία μύθων, ειδικά όταν χρειάζονται για να μας βοηθούν να επεξεργαζόμαστε την πραγματικότητα.

«Ο μύθος είναι ένας λόγος που τον επέλεξε η Ιστορία», λέει ο Ρολάν Μπαρτ στις «Μυθολογίες» του. Ο σημαντικότερος, και ανθεκτικότερος νεοελληνικός μύθος, είναι αυτός της συνέχειας του ελληνικού έθνους, από αρχαιοτάτων χρόνων έως τη σύγχρονη εποχή. Είχαμε την τύχη, ως έθνος, να αναλάβει την επεξεργασία του ένας ιδιοφυής ιστορικός και συγγραφέας, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος παρέλαβε τη σκυτάλη από τον Ζαμπέλιο, θαύμαζε τον Μακόλεϊ και έγραφε την ιστορία του στα ίδια περίπου χρόνια που ο επίσης ιδιοφυής Μισελέ επιχειρούσε να κάνει το ίδιο για το γαλλικό έθνος. Ενάμιση αιώνα μετά, αν και ο κόσμος στον οποίον ζούμε δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο του Παπαρρηγόπουλου και παρότι η ιστορική έρευνα έχει αναθεωρήσει πολλές από τις τοποθετήσεις του, η μυθογραφική αξία του έργου του παραμένει ακόμη ζωντανή. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη λογοτεχνική του αξία. Αναφέρομαι στον ιστό που πλέκει για να φιλοξενήσει τη συλλογική συνείδηση όσων μιλούν ελληνικά, στη στιβαρή αυτή κατασκευή που ξεκινάει από τον Κρόνο και τη Ρέα και καταλήγει στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης.

Δεν χωράει αμφιβολία ότι ο μύθος της συνέχειας του ελληνικού έθνους συμμετείχε ενεργά στη συλλογική μας ψυχοπαθολογία. Υπάρχει μια παθητική αντιμετώπισή του –θέλετε να την πείτε αφελή, θέλετε να την πείτε αδιάβαστη και αναλφάβητη–, που ορίζει ότι οποιοσδήποτε μπορεί να αρθρώσει πέντε κουβέντες ελληνικά έχει απέναντι στην ιστορία τα ίδια δικαιώματα που έχουν και ο Σωκράτης και ο Πλάτων. Ακόμη και αν η έκτη του κουβέντα είναι μουγκρητό. Αποπαίδι αυτής της ψυχοπαθολογίας είναι το στρεβλό ανθρώπινο κατασκεύασμα που ακούει στο όνομα χρυσαυγίτης. Περισσότερο από τον ναζισμό, τον φασισμό και το πρωτογενές ένστικτο της εμφύλιας ωμοφαγίας, όσοι αγανακτισμένοι ακολουθούν τα παιδιά με τα ξυρισμένα κεφάλια ταυτίζονται με τον μύθο του «καθαρού Ελληνα» ο οποίος, όσο κακοσούσουμος κι αν είναι που λέει και ο Σαββόπουλος, όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη βλέπει τον Λεωνίδα και όταν τσακώνεται στο καφενείο νομίζει ότι υπερασπίζεται Θερμοπύλες. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε και τα κοψίδια και τα πιτόγυρα, εντέλει, είναι μια εκδοχή του μέλανος ζωμού.

Θέλουμε να τον καταστρέψουμε τον μύθο για να γλιτώσουμε από τις στρεβλώσεις του; Θέλουμε να πούμε ότι δεν είμαστε τίποτε απ’ όλα αυτά και ότι εμείς είμαστε απλώς απόγονοι Αρβανιτών και γενικά ενός βαλκάνιου συνονθυλεύματος από ράτσες που έφτιαξαν εκ των ενόντων μία γλώσσα και αποφάσισαν να κατοικήσουν γύρω από τον Παρθενώνα; Ή μήπως θα άξιζε να τον επεξεργαστούμε με όρους εικοστού πρώτου αιώνα, και με τρόπο που θα μας επέτρεπε να ενταχθούμε ως κοινότητα στην υπερεθνική ενότητα που λέγεται Ευρώπη; Στο κάτω κάτω γι’ αυτό δεν οικοδομήθηκε ο μύθος της συνέχειας του ελληνικού έθνους, για να επιτρέψει στους ελληνικούς πληθυσμούς να ενταχθούν σε έναν κόσμο όπου θα ήσαν αναγνωρίσιμοι, εκτός των άλλων γιατί μιλούσαν μια γλώσσα πολύ κοντινή στα ελληνικά των βιβλιοθηκών τους, την καθαρεύουσα; Και γιατί, αντί να εντυπωσιαζόμαστε από τις δικές μας επιδόσεις, και να μιλάμε για «συνωστισμούς» και «Τριπολιτσές» δεν κάνουμε τον κόπο –θα άξιζε τον κόπο– να δούμε τι έλεγαν, και πώς αντιμετώπισαν το ζήτημα άλλοι διανοητές που μπορεί να μην πολιτεύθηκαν αλλά άφησαν έργο. Μήπως ο Σεφέρης ή ο Συκουτρής δεν ήξεραν πόσα προβλήματα έχει δημιουργήσει η παθητική αντιμετώπιση του μύθου της συνέχειας; Ο Συκουτρής ειδικά το έζησε στο πετσί του, όμως και ο ένας και ο άλλος τον υπηρέτησαν και τον καλλιέργησαν με συνέπεια σε όλο τους το έργο. Μικρή χώρα με μεγάλη μυθολογία, που αν την πετάξεις στα αζήτητα δεν σου μένουν και πολλά.