ΑΠΟΨΕΙΣ

Η «επιχειρηματική ελίτ» μετά το πλεόνασμα

Η Ελλάδα έχει επιτύχει μια αξιοθαύμαστη δημοσιονομική προσαρμογή. Με καθυστερήσεις, πισωγυρίσματα, αλλά τελικά με αποτελέσματα, που είναι πλέον ορατά σε όλους, συμπεριλαμβανομένων των εταίρων μας, αλλά και, κυρίως, των αγορών. Προχώρησε σε δραστική μείωση των ελλειμμάτων, φθάνοντας σε πρωτογενές πλεόνασμα. Το ακριβές ύψος είναι ασαφές, αλλά όλα δείχνουν ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερο από τις περυσινές προβλέψεις, κάτι που όλοι –Ελληνες και ξένοι– ελπίζουν ότι θα πιστοποιηθεί και επίσημα σε δύο εβδομάδες από τη Eurostat.

Ομως, η δημοσιονομική προσαρμογή είναι μόνον ένα μέρος της εξίσωσης και, παρεμπιπτόντως, το πιο επώδυνο για εργαζομένους και συνταξιούχους. Τώρα πρέπει να ακολουθήσει ουσιαστική πρόοδος και στο άλλο μέρος, που είναι και το πιο ουσιαστικό σε ό,τι αφορά τη διασφάλιση των κερδών και τη διατήρηση των θετικών αποτελεσμάτων σε βάθος χρόνου. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι απελευθέρωση της οικονομίας. Ο όρος ακούγεται ως κάτι απροσδιόριστο, και σε κάποιους αποκρουστικό. Είναι, δε, βέβαιο ότι δεν λέει πολλά στον απλό πολίτη, όπως άλλωστε συμβαίνει με το επίσης άχρωμο «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Αυτό, λοιπόν, που με απλά λόγια χρειάζεται είναι να τερματισθούν οι διαστρεβλώσεις που ωφελούν κάποιους, λίγους, εις βάρος άλλων, πολλών. Να δοθεί ένα τέλος στην εκμετάλλευση του κοινωνικού συνόλου από συγκεκριμένες ομάδες συμφερόντων.

Χρειάζεται να μειωθούν οι τιμές των αγαθών, αλλά και να έχει ο καθένας πρόσβαση σε δραστηριότητες στις οποίες θεωρεί ότι μπορεί να είναι καλύτερος από κάποιον άλλον, προσβλέποντας προφανώς σε οφέλη για τον ίδιο, που όμως κατ’ επέκταση θα επιδράσει θετικά σε όλους τους καταναλωτές που θα αγοράσουν σε χαμηλότερο κόστος τα προϊόντα και θα απολαμβάνουν καλύτερες υπηρεσίες.

Στο πλαίσιο αυτό, και επειδή η έννοια της απελευθέρωσης της οικονομίας συχνά ταυτίζεται με οφέλη για τους ισχυρούς, αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να συμβάλουν και οι «μεγάλοι». Αποδεχόμενοι το αυτονόητο σε μια ελεύθερη οικονομία, ότι, δηλαδή, πρέπει να λειτουργούν με τους κανόνες της αγοράς και να επικρατεί αυτός που παράγει το καλύτερο προϊόν σε χαμηλότερες τιμές.

Οι κρατικοδίαιτοι μεγαλοεπιχειρηματίες πρέπει να αποτελέσουν παρελθόν. Είναι η ώρα η «επιχειρηματική ελίτ» να αποδείξει στην πράξη ότι είναι ακριβώς αυτό: επιχειρηματική και ελίτ. Οτι θα έχει κέρδη και θα πρωταγωνιστεί στην ελληνική κοινωνία όχι πλέον λόγω γνωριμιών και πιέσεων προς βουλευτές, υπουργούς και πρωθυπουργούς, αλλά ως απόρροια επιχειρηματικών ικανοτήτων, καινοτομίας και οράματος. Ηδη ωφελούνται από τη μείωση μισθών, συντάξεων και αποζημιώσεων, και γενικότερα τη μεγαλύτερη ευελιξία που εδραιώνεται, αργά μεν, αλλά σταθερά, στην αγορά εργασίας. Οι εξελίξεις αυτές, όμως, πρέπει να συνδυασθούν και με αλλαγή νοοτροπίας των επιχειρηματιών.

Από την πλευρά τους, οι απλοί πολίτες πρέπει να καταλάβουν ότι παρά τη δαιμονοποίηση όλων των πτυχών του, το Μνημόνιο πλήττει οργανωμένα συμφέροντα και σπάει στεγανά. Αν υποχωρήσουν οι τιμές, οι απλοί καταναλωτές, που έχουν υποστεί βάναυσες περικοπές εσόδων, θα δουν τα έξοδά τους να μειώνονται. Φυσικά, δεν χρειαζόμασταν κανένα Μνημόνιο για να κάνουμε τα αυτονόητα, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

Σε πολιτικό επίπεδο, μόνο αφού η καθημερινότητα γίνει πιο φθηνή για όλους, θα μπορέσει ο Αντώνης Σαμαράς να προβάλει στον ψηφοφόρο ένα ελκυστικό και πειστικό αφήγημα. Χρειάζεται, λοιπόν, να περάσει από τις γενικότητες περί διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε συγκεκριμένες αναφορές για πιο χαμηλές τιμές, καλύτερες υπηρεσίες, πιο εύκολη έναρξη μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας αλλά και πρόσληψης υπαλλήλων.

Πρέπει να ξεπεράσουμε τη συναισθηματικά φορτισμένη και διαστρεβλωτική αντιπαράθεση «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών», και να μιλήσουμε για την ουσία. Και η ουσία είναι ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας. Δεν είναι τι μας λένε ή επιβάλλουν κάποιοι ξένοι. Αλλά τι κάνουμε εμείς για την Ελλάδα. Και σε αυτά πρέπει να προσαρμοστούν και οι ισχυροί παράγοντες της χώρας, οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν συνηθίσει σε μια «ιδιαίτερη αντιμετώπιση», που πρέπει να τελειώσει.