ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ελλάδα που ξέραμε

Αμαρτία ομολογημένη. Οφείλω να παραδεχθώ ότι οι σχέσεις μου με την οικονομική επιστήμη είναι οι χείριστες, με τους υπηρέτες της δε, ακόμη κι αν λόγω φιλανθρωπίας δεν είναι οι χείριστες, πάντως δεν είναι και οι καλύτερες. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Δεν τους καταλαβαίνω. Αντιλαμβάνομαι βέβαια τη διαφορά ανάμεσα σε ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ και ένα των 50 εκτός από το χρώμα, μπορώ πάνω-κάτω να περιγράψω το φαινόμενο του πληθωρισμού και του αποπληθωρισμού, όμως, όταν προσπαθούν να μου εξηγήσουν τι μου συμβαίνει ή τι πρόκειται να μου συμβεί, εκεί τα χάνω. Δεδομένου ότι έχω κόψει το τσιγάρο εκνευρίζομαι πολύ εύκολα, χάνω τη δυνατότητα συγκέντρωσης και επανέρχομαι στη μόνιμη επωδό. Δεν ξέρω τι μου λέτε, αλλά έχω συνηθίσει να μη μου φτάνουν τα χρήματα που έχω και, παρ’ όλ’ αυτά, να μην αισθάνομαι φτωχός. Ούτε και πλούσιος εννοείται. Το ίδιο μού συμβαίνει και τώρα με τις αγορές, στις οποίες δεν ξέρω αν βγήκαμε ή αν μπήκαμε. Κάτι μου λέει πως είναι το ίδιο, όμως επειδή όλοι λένε ότι βγήκαμε, υποθέτω πως έχουν δίκιο. Εν πάση περιπτώσει τα τελευταία χρόνια που οι περισσότεροι μοιάζουν να την παίζουν στα δάχτυλα, εγώ, ως άστεγος και πένης της σοφίας της, τους ακούω με τον ίδιο τρόπο που ακούω τους αστρολόγους. Περιμένω να διαπιστώσω αν τα όσα λένε για τον Κρόνο και τον Ουρανό αληθεύουν και αν κάποτε θα επαληθευτούν.

Αμαρτία ομολογημένη δις. Επειδή δεν ξέρω τι μου γίνεται με τα οικονομικά, δεν αισθάνθηκα σχεδόν τίποτε την αποφράδα εκείνη ημέρα του 2010, όταν ο τότε πρωθυπουργός μάς ανακοίνωσε ότι η χώρα είναι αναγκασμένη να απευθυνθεί στο ΔΝΤ. Αισθάνθηκα αντιθέτως απομονωμένος και ελαφρώς γαϊδούρι διαπιστώνοντας πως η συντριπτική πλειονότητα των συμπατριωτών μου είχε αρχίσει να παίζει σε ρυθμούς τραγωδίας. Προφανώς όλοι αυτοί καταλάβαιναν περισσότερα από μένα, και δεν ήταν λίγες οι φορές που και εγώ αναγκάστηκα να πιστέψω πως η χώρα θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Πως θα ζήσουμε μια νέα Βαϊμάρη, πως θα ζήσουμε νέους εμφυλίους, πως μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων έχει καταστραφεί, για να μη θυμηθώ και τα πιο γραφικά περί αεροψεκασμών οι οποίοι, κρίνοντας από τη νοημοσύνη όσων τους καταγγέλλουν, μου φαίνονται εντελώς περιττοί. Ζώντας στο κέντρο της πρωτεύουσας είδα άστεγους, εικόνα που δεν υπήρχε στην Αθήνα παλιότερα, ξέρω πολλούς κοντινούς μου που υφίστανται το μαρτύριο της ανεργίας και, παρ’ όλα αυτά, τέσσερα χρόνια αργότερα δεν τα κατάφερα να γίνω σοφότερος περί τα οικονομικά.

Ας φρόντιζα, θα μου πείτε. Το συνήθισα όμως πια και δεν αισθάνομαι και τόσο μόνος. Οταν προσπαθώ να καταλάβω ποια είναι η άποψη των σοφών του ΣΥΡΙΖΑ για την έξοδο στις αγορές είναι σαν να βρίσκομαι αντιμέτωπος με μυαλά που προσπαθούν να καταλάβουν αν η έξοδος είναι και είσοδος και αντιστρόφως. Καταγγέλλουν ότι δανειζόμαστε ενώ έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα, ενώ την ίδια στιγμή δεν παραδέχονται πως έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα. Απορούν και εξίστανται ότι δανειζόμαστε με υψηλότερο επιτόκιο απ’ αυτό που πληρώναμε με τα Μνημόνια τα οποία θεωρούσαν επάρατα και είχαν ταυτίσει με δαύτα την απελευθέρωση του τόπου. Οποιος κατάλαβε κάτι περισσότερο παρακαλώ να με ειδοποιήσει, διότι σε λίγο, έτσι όπως πάνε, θα με κάνουν να αισθάνομαι σοφός οικονομολόγος, ναι, ναι, συνάδελφος του Βαρουφάκη και του Λαφαζάνη. Τι άλλο θέλω; Λίγη ψυχραιμία δεν θα έβλαπτε. Και δεν αναφέρομαι μόνον στις θριαμβολογίες προέδρου και αντιπροέδρου για την έκδοση του πενταετούς. Αναφέρομαι σ’ εκείνο το «ευχαριστώ» προς τον ελληνικό λαό που απηύθυνε ο κ. Σαμαράς. Ευχαριστώ τον λαό Μου; Αναφέρομαι και σ’ εκείνο το πιο ανησυχητικό του κ. Βενιζέλου: «Ξαναγίναμε η Ελλάδα που ξέραμε». Αυτό μας έλειπε. Επειτα από τόσα, να ξαναγίνουμε η Ελλάδα που ξέραμε και να ευχαριστούμε και τον λαό που μας ικανοποίησε.