ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενας υδραυλικός για το χρέος του Νότου

Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι αναμφίβολα μη βιώσιμο, με το μεγαλύτερο κομμάτι του να βρίσκεται στα χέρια των επίσημων δανειστών μας. Το χρέος λειτουργεί περιοριστικά για τις κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από το αν έχουν πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές. Η πρόσβαση στις αγορές επιτρέπει ουσιαστικά σε μια κυβέρνηση να αντικαταστήσει το επίσημο χρέος με ιδιωτικό, όχι όμως να δημιουργήσει νέο. Καθώς το ιδιωτικό χρέος δεν εκδόθηκε με καλύτερους όρους απ’ ό,τι το επίσημο, η αντικατάσταση αυτή δεν βοηθά ιδιαίτερα, τουλάχιστον στο οικονομικό σκέλος.

Η συνταγή του Μνημονίου για τη μείωση του χρέους είναι η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Το πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης υποτίθεται ότι θα φθάσει το 4,5% του ΑΕΠ το 2016 και θα παραμείνει σταθερό στο 4% από το 2021 και μετά. Αν χρησιμοποιήσουμε το ΑΕΠ του 2013 σαν βάση, μιλάμε για ένα ποσό 7,3 δισ. ευρώ ετησίως. Για να καταλάβουμε το μέγεθος αυτών των αριθμών, αρκεί να σκεφτούμε ότι οι ευρωπαϊκοί πόροι που εισέρρευσαν στην ελληνική οικονομία μεταξύ 2000-2012 ήταν κατά μέσον όρο περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως. Οι Αμεσες Ξένες Επενδύσεις –μια άλλη πηγή εισροής πόρων– ήταν περίπου 1,5 δισ. ευρώ μεταξύ 2003-2012. Εν ολίγοις, μια εκροή πόρων της τάξεως των 7 δισ. ευρώ κάθε χρόνο αντιστοιχεί σε σημαντική διαρροή που θα εμποδίσει τις επενδύσεις, την απασχόληση και, τελικά, την ανάπτυξη.

Η οικονομική θεωρία υποστηρίζει ότι το κεφάλαιο πρέπει να μετακινείται από τις πλουσιότερες περιοχές προς τις φτωχότερες, ώστε να επέλθει σύγκλιση. Το φαινόμενο των αρνητικών καθαρών μεταβιβάσεων, όπου οι πληρωμές για τοκοχρεολύσια υπερβαίνουν τις χρηματικές εισροές, παραβιάζει αυτόν τον κανόνα, με αποτέλεσμα οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.

Ενα ιστορικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι η εμπειρία των αναπτυσσόμενων χωρών (συγκεκριμένα της Λατινικής Αμερικής) τη δεκαετία του ’80. Η κρίση χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών ξέσπασε το 1982, όταν το Μεξικό δήλωσε αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους του, λόγω των προβλημάτων των τραπεζών του. Γρήγορα ακολούθησαν και άλλες χώρες στη Λατινική Αμερική, αλλά και στην Αφρική και τη ΝΑ Ασία. Στα επόμενα χρόνια, το σύνολο των καθαρών αρνητικών μεταβιβάσεων από τις αναπτυσσόμενες χώρες προς τις ανεπτυγμένες έφθασε τα 20-30 δισ. δολάρια τον χρόνο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το κατά κεφαλήν εισόδημα στη Λατινική Αμερική μειώθηκε κατά μέσον όρο περίπου 17%-30% στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη, 20% στη Χιλή. Με λίγα λόγια, η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από μεγάλες απώλειες στο επίπεδο διαβίωσης, αύξηση της ανεργίας, μείωση των μισθών και πτώση των επενδύσεων ως ποσοστού του ΑΕΠ.

Η αρχική προσέγγιση το 1985 για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους –το λεγόμενο σχέδιο Μπέικερ– στηρίχθηκε στην επιμήκυνση της ωρίμανσης του χρέους προς τις διεθνείς τράπεζες και στην ενθάρρυνση των εγχώριων τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία. Ωστόσο, το βάρος του χρέους παρέμεινε και οι χώρες αυτές συνέχισαν να λιμνάζουν οικονομικά. Η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται μόνο μετά την εφαρμογή ενός πιο ριζοσπαστικού σχεδίου, του σχεδίου Μπρέιντι το 1989, που στηρίχθηκε στη μείωση του όγκου του χρέους και στην εγγύηση του εναπομείναντος χρέους με 30ετή αμερικανικά κρατικά ομόλογα.

Ο συνδυασμός μείωσης χρέους και εγγυήσεων από μια ανεπτυγμένη χώρα και, επομένως, η μείωση των αρνητικών καθαρών μεταβιβάσεων από τις φτωχότερες στις πλουσιότερες χώρες αποδείχθηκε κρίσιμος για την έξοδο των χωρών από την κρίση χρέους και την επιστροφή στην ανάπτυξη.

Τα μαθήματα για την Ευρωζώνη είναι σαφή. Για να αντιμετωπιστεί η διαρροή που πρόκειται να υποστεί η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια χρειάζονται τολμηρά βήματα. Σήμερα η Ευρωζώνη σέρνει τα βήματά της, ακολουθώντας μια παραλλαγή του σχεδίου Μπέικερ. Οι ωριμάνσεις επιμηκύνθηκαν, οι τόκοι μειώθηκαν, αλλά το ελληνικό χρέος αυξήθηκε στη διάρκεια του Μνημονίου από 120% σε 175% του ΑΕΠ. Ηρθε η ώρα για μια πιο ριζοσπαστική προσέγγιση στη γραμμή του σχεδίου Μπρέιντι. Αντί για την επιμήκυνση των ωριμάνσεων και τη μείωση του επιτοκίου, το χρέος πρέπει να μειωθεί και να αμοιβαιοποιηθεί με τη χρήση ενός συστήματος εγγυήσεων του εναπομείναντος (κατά το πρότυπο της εγγύησης των ΗΠΑ).

Χωρίς μια τέτοια προσέγγιση, η Ελλάδα θα περάσει πολλά ακόμη χρόνια με αρνητικές καθαρές μεταβιβάσεις, καταστροφικές για την οικονομία. Είναι καιρός η Ευρώπη να έρθει αντιμέτωπη με το γεγονός ότι, για να σταματήσουν αυτές οι διαρροές, χρειάζονται έναν υδραυλικό – όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για το σύνολο της περιφέρειας της Ευρωζώνης.

* Ο κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, επικεφαλής της ΕΚΕ Οικονομικών.