ΑΠΟΨΕΙΣ

Βιασύνη με την ιστορία

Το βράδυ ανοιξιάτικο και κατευναστικό όπως συμβαίνει πάντα μετά το ψιλόβροχο. Παρασκευή λίγο μετά τις 11 στο Σύνταγμα. Ελάχιστα Ι.Χ. και μια ασυνήθιστη ηρεμία στην πλατεία. Μόνο μια φωνή χάλαγε την κάπως ρομαντική στιγμή. Μια φωνή γνωστή από φιγούρα αλλοπρόσαλλη. Η γυναίκα ακολουθούσε κατά βήμα και κατά ρυθμό τους τσολιάδες που κατευθύνονταν για την αλλαγή της φρουράς. Η γνωστή και ως «θεούσα» Ελένη Λουκά, με τη μακριά φούστα της, εκείνο το θλιβερό ένδυμα με το λάστιχο στη μέση που περιμένει πάντα στο προαύλιο των μοναστηριών αυτές που τολμούν να τα επισκεφτούν με παντελόνι ή με κοντή φούστα. Ηταν εκεί σαν σουρεαλιστικός επίλογος μιας μέρας και μιας επίσκεψης που χαρακτηρίστηκε ιστορική. Φωνάζοντας συνθήματα κατά της Μέρκελ, στην άδεια πλατεία, έκανε τη δική της διαδήλωση μπροστά από το κοινοβούλιο, προκαλώντας γέλιο αλλά και θλίψη. Μέρα φορτισμένη από την επίσκεψη της πλέον ισχυρής Ευρωπαίας πολιτικού, με ανάμεικτα αισθήματα, απορίες, αμφισβητήσεις κι άλλοτε με κάποια δόση ανακούφισης από το πρώτο βήμα της χώρας στις αγορές, εκείνη η σκηνή με τη γελωτοποιό της πόλης, τη Λουκά, μόνη και έρημη να φωνάζει «έξω η γυναίκα φύρερ» έμοιαζε σαν να κλείνει με ένα αστείο μια ολόκληρη εποχή. Την άλλη μέρα μια εφημερίδα βιάστηκε να γράψει πως «τέλειωσε ο πόλεμος». Ισως η Λουκά, που έμοιαζε μέσα στη νύχτα σαν τον τελευταίο παρανοϊκό στρατιώτη αυτού του πολέμου να ήξερε κάτι περισσότερο. Τη σκηνή διαδέχτηκε μια άλλη εξίσου κατατοπιστική για τον κωμικοτραγικό τρόπο με τον οποίο συχνά αλλάζουμε σελίδα στις μεγάλες και μικρές ιστορίες μας. Νωρίς την Κυριακή των Βαΐων, μέσα στην ίδια γλύκα ενός ανοιξιάτικου αλλά με αρκετή δόση υγρασίας πρωινού, τα συνεργεία κατέβασαν τα μεγάλα γράμματα της «ελληνικής ραδιοφωνίας τηλεόρασης» από το ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής. Δεν έχει σημασία αν στην ίδια θέση αναρτηθεί – αν δεν έχει, ήδη, γίνει το έμβλημα της ΝΕΡΙΤ. Ούτε έχει σημασία το γεγονός ότι στη θέση της παλιάς ΕΡΤ δεν έχουμε ακόμη μια αληθινή δημόσια τηλεόραση.

Σημασία έχει ότι γρήγορα τακτοποιήσαμε τους λογαριασμούς μας και με το παρελθόν αυτής της εικόνας που πέρασε στο παρελθόν. Ο παρατηρητής που τυχαία βρέθηκε σε αυτά τα εμβληματικά σημεία, το κοινοβούλιο και το ραδιομέγαρο, δεν μπορεί παρά να μην κάνει με ολίγη δόση συναισθηματισμού, τους συνειρμούς για τη σχέση μας με την ιστορία. Για την ευκολία που μέσα σε μια στιγμή μπορούμε να αλλάζουμε σελίδα χωρίς ποτέ να συζητήσουμε σε βάθος τα πραγματικά αίτια. Μήπως αυτή δεν ήταν πάντα η σχέση μας με την ιστορία; Να γυρίσουμε γρήγορα σελίδα χωρίς να συζητάμε την προηγούμενη. Οπως κάνουν οι πρόσφυγες όταν αποφεύγουν να μπολιάζουν τα παιδιά και τα εγγόνια με το βάρος της ιστορικής ευθύνης που τους ξεκλήρισε από τα εδάφη τους.

Ετσι σε μια στιγμή, με μία κίνηση ή με μια κραυγή ξεκαθαρίζουμε τη σχέση μας με το παρελθόν για να το επαναλάβουμε. Μόνο που στην πραγματικότητα η ιστορία είναι αυτή που αποφασίζει πότε θα κλείσει το κεφάλαιο.