ΑΠΟΨΕΙΣ

Αι παροιμίαι του λαού μας

Αν το είχε εκστομίσει σε κάποιο περιφερειακό κανάλι της ελληνικής ενδοχώρας δεν νομίζω πως θα είχε ιδιαίτερη σημασία. Θα περνούσε απαρατήρητο, ένα ακόμη ευφυολόγημα, απ’ αυτά που τονώνουν το ηθικό και το φρόνημα των ψηφοφόρων του και τονίζουν τη λάμψη της ηγετικής του αύρας. Μπορείς να τον φανταστείς να κοιτάζει προς το μέρος του Λαφαζάνη, να του χαμογελάει και κλείνοντάς του το μάτι να λέει με νόημα: «Εγώ είπα για τη Μέρκελ φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας, εσύ τι έχεις να πεις ρε Παναγιώτη;». Κάτι τέτοιες λεπτομέρειες κάνουν τους ηγέτες να ξεχωρίζουν. Αν και μιλούσε στην αυστριακή τηλεόραση σε απευθείας αναμετάδοση από τις Βρυξέλλες, είχε το ίδιο αυτάρεσκο ύφος του ευφυούς παιδιού που συνήθως υιοθετεί όταν κινείται σε γνώριμο περιβάλλον, σε κάποιο περιφερειακό κανάλι της ελληνικής ενδοχώρας. Και ήταν τόσο υπερήφανος για το εύρημά του που το εξέθεσε σε όλο του το μεγαλείο: «Στην Ελλάδα έχουμε μια παροιμία που λέει φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Ελληνική παροιμία;

Εντάξει τώρα, με έπιασε το στριμμένο μου, επειδή όμως παραμένω ανεπιφυλάκτως φιλέλλην και ουδόλως με ευχαριστούν οι διάφοροι που ρεζιλεύουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τον τόπο, ντράπηκα για λογαριασμό του. Πώς αισθάνεσαι όταν κάποιος στην ομήγυρη επιμένει να λέει ανέκδοτα με τα οποία δεν γελάει κανείς εκτός από τον ίδιο; Ή, χειρότερα ακόμη, όταν ο απέναντί σου εκλαμβάνει τη σιωπή της κυρίας δίπλα του ως συγκατάνευση και μη αντιλαμβανόμενος την αδιαφορία της, ή τη δυσφορία της, συνεχίζει να τη φλερτάρει ενθουσιασμένος από τον εαυτό του. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να το πει λίγο πιο κομψά και όχι με τόση βεβαιότητα. Ακόμη κι αν δεν θυμόταν, ή δεν είχε μάθει ποτέ, πως δεν πρόκειται για παροιμία του ελληνικού λαού, αλλά για στίχο από την Αινειάδα του Βιργιλίου θα μπορούσε ο ευλογημένος να ρωτήσει. Για να ρωτήσεις όμως πρέπει να ξέρεις ότι δεν ξέρεις και για να ξέρεις ότι δεν ξέρεις πρέπει κάτι να ξέρεις. Και να μην πάσχεις από την ασθένεια της φιλαρέσκειας που σε κάνει να πιστεύεις ότι επειδή βρίσκεται κάποιο ακροατήριο για να σε ακούσει σημαίνει ότι τα ξέρεις όλα, αλλιώς δεν θα σε άκουγε κανείς. «Timeo Danaos et dona ferentes». Το είπε ο ιερέας Λαοκόων όταν είδε τον Δούρειο Ιππο, το δώρο των Δαναών στους Τρώες, με αποτέλεσμα η Αθηνά να του στείλει φίδια για να τον πνίξουν και να σταματήσει να παρεμποδίζει τα σχέδια των αγαπημένων της Ελλήνων. Δεν ξέρω πώς θα το πεις, πάντως ελληνική παροιμία δεν θα το πεις, όπως, ας πούμε θα έλεγες το «πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος», ή το «στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα».

Ω της κακεντρεχείας. Ετοιμος είμαι να τον δω να στραβοπατάει για να γελάσω. Και στο κάτω-κάτω ένας άνθρωπος που έχει οργώσει τα πεδία των ταξικών μαχών παιδιόθεν, που παίζει την οικονομία στα δάχτυλα και προοδεύει με τόσο θεαματικά βήματα στη γνώση της αγγλικής ε, ας έχει και μερικά κενά στην κλασική γραμματεία. Και δεν πρόκειται να επηρεασθούν οι τύχες του τόπου και της Ευρώπης αν ο μέλλων πρωθυπουργός και πρόεδρος της επιτροπής μπερδεύει τον Βιργίλιο με τη γιαγιά του. Μάλλον τον αντίθετο συμβαίνει. Διότι η δεύτερη και ψυχραιμότερη σκέψη ήρθε να με λυτρώσει από τις ανησυχίες μου. Είναι προφανές πως έχει εξοικειωθεί τόσο πολύ με την κλασική γραμματεία και την έχει τόσο καλά αφομοιώσει ώστε να την μπερδεύει με τις παροιμίες του σοφού λαού.

Ομως ας σοβαρευτούμε λίγο. Το παραδέχομαι πως όλα αυτά δεν έχουν και τόση σημασία, κι ότι αισθάνεσαι όταν μπλέκεις με τέτοιες ιστορίες πως διυλίζεις τον κώνωπα. Δεν θα άλλαζε τίποτε αν ο κ. Τσίπρας ήταν λίγο, τόσο δα, πιο «υποψιασμένος», αν είχε συνείδηση πως η καλλιέργεια δεν υπάρχει μόνον για να σου προσφέρει ευφυολογήματα και ατάκες. Τίποτε εκτός απ’ αυτό το ελάχιστο, τον σεβασμό στη νοημοσύνη των συνομιλητών σου.