ΑΠΟΨΕΙΣ

Θετικό βήμα με επιφυλάξεις

thetiko-vima-me-epifylaxeis-2018485

​​Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πετύχαμε πρωτογενές πλεόνασμα, ότι η οικονομία μας αλλάζει σελίδα, ότι στον ορίζοντα έχουν αρχίσει να φαίνονται αισιόδοξες προοπτικές και ότι η τελική επιβεβαίωση ήλθε με την επιτυχημένη επάνοδο της χώρας στις διεθνείς χρηματαγορές. Μόνο κακεντρεχείς δεν θα χαίρονταν. Αλλά από την πρόσφατη εμπειρία, οι πολίτες δικαιολογούμαστε να είμαστε επιφυλακτικοί και σε πλήρη εγρήγορση, ώστε να αποφύγουμε ως χώρα να κάνουμε ξανά μεγάλα λάθη. Μ’ αυτό το πνεύμα, θέλουμε να εκθέσουμε μερικούς λόγους για τους οποίους θεωρούμε ότι η απόφαση της κυβέρνησης να επανέλθει στις διεθνείς χρηματαγορές ήταν βεβιασμένη και δεν αποκλείεται μεσομακροπρόθεσμα να αποβεί επιζήμια.

Ολοι ενθυμούμεθα ότι οι διεθνείς χρηματαγορές έκλεισαν για την Ελλάδα πριν από 4 χρόνια, όταν το δημόσιο χρέος ήταν περίπου 125% του ΑΕΠ. Σήμερα το δημόσιο χρέος έχει ανέλθει σε περίπου 180% του ΑΕΠ και στη μεγάλη πλειονότητά τους διεθνείς οργανισμοί και μεμονωμένοι ειδικοί εκτιμούν ότι δεν είναι βιώσιμο. Αφού λοιπόν τα δεδομένα έχουν χειροτερέψει, και μάλιστα δραστικά, τι είναι πιο λογικό από το να ρωτήσουμε: Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι οι διεθνείς χρηματαγορές αποτίμησαν την οικονομική μας κατάσταση σήμερα ευνοϊκότερα απ’ ό,τι πριν από τέσσερα χρόνια; Εμείς έχουμε επιφυλάξεις, για τους ακόλουθους λόγους.

Πρώτον: Αφού έχουμε πλεόνασμα, κάθε καλός νοικοκύρης θα συνιστούσε να χρησιμοποιηθεί για να αποπληρώσουμε ένα μέρος από τα χρέη μας. Αν, για παράδειγμα, η κυβέρνηση μας έλεγε ότι με το δάνειο που συνήψε σκοπεύει να αποπληρώσει δάνεια με υψηλότερο επιτόκιο, κανένας δεν θα είχε αντίρρηση. Αλλά δεν γνωρίζουμε πώς θα χρησιμοποιηθούν αυτά τα χρήματα και φοβόμαστε μήπως έχουν την τύχη των δανείων που μας έφεραν στην παρούσα κατάσταση. Αν δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, γιατί η κυβέρνηση δεν ενεθάρρυνε μια μεγάλη ελληνική επιχείρηση να βγει στις διεθνείς αγορές με κρατική εγγύηση; Τότε θα γνωρίζαμε ότι τα χρήματα μπορεί να χρησιμοποιηθούν για νέες επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας.

Δεύτερον: Οι προ της κρίσης ιδιώτες δανειστές μάς δάνειζαν απλόχερα και με εκπληκτικούς όρους γιατί θεωρούσαν ότι σε τελευταία ανάλυση τα δάνειά τους ήταν εγγυημένα από την Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) και ιδιαίτερα κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από την κραταιή και οικονομικά εύρωστη Γερμανία. Ομως, εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι έκαναν λάθος, γιατί πιο πρόσφατα αναγκάστηκαν να δεχθούν σημαντικό «κούρεμα». Κατόπιν τούτου η μεγάλη προσέλευση δανειστών για μας σημαίνει ότι οι αγορές ανταποκρίθηκαν με βάση παραμέτρους η βαρύνουσα σημασία των οποίων μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση προσεχώς και η κατάστασή μας να χειροτερέψει ακόμη περισσότερο.

Αν π.χ. η κ. Μέρκελ ή ο κ. Ντράγκι, για τους δικούς τους προσωρινούς λόγους, έκλεισαν το μάτι και κάποιοι μηχανισμοί εγγυήθηκαν, ρητά ή άρρητα, το συγκεκριμένο δάνειο, οι αγορές δεν μπορούσαν παρά να ανταποκριθούν «μετά βαΐων και κλάδων». Αλλά αυτό δεν έχει σχέση με την κατάστασή μας, η οποία έχει χειροτερεύσει.

Τρίτον: Τα επιτόκια των δεκαετών ελληνικών ομολόγων έχουν πέσει στις δευτερογενείς αγορές κοντά στο 6%. Αλλά έχουμε δανειστεί από διεθνείς οργανισμούς και κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης τεράστια ποσά με μέσο επιτόκιο περίπου 1,8%. Μ’ αυτά τα δεδομένα, δικαιολογείται να πληρώσουμε επιτόκιο 5%, ενώ την ίδια στιγμή ζητούμε από τους εταίρους μας να μειώσουν περαιτέρω τα επιτόκια στα δικά τους δάνεια και να «κουρέψουν» ή και να επιμηκύνουν τα χρέη μας προς τους ίδιους; Αν ήμαστε στη θέση τους, τι θα κάναμε ως χώρα; Και τι θα γίνει αν μας πουν «οι αγορές τώρα είναι ανοιχτές, πηγαίνετε να δανειστείτε και σταματήστε να μας ζητάτε να “κουρέψουμε” τα χρέη σας»; Για μας έχει μεγάλη σημασία η συνέπεια των επιχειρημάτων που καταθέτουμε στη διαπραγμάτευση και γι’ αυτό θεωρούμε ότι η επάνοδος στις χρηματαγορές για λόγους πρόσκαιρου εντυπωσιασμού αδυνάτισε τη θέση μας να επιτύχουμε την απαιτούμενη αναδιάρθρωση του υπάρχοντος χρέους.

Τέταρτον: Με την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης και τις μέχρι σήμερα θυσίες των πολιτών, η χώρα μας φαίνεται ότι πέτυχε σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο προβλέπεται να αυξηθεί τα προσεχή χρόνια μέσα από την αναμενόμενη ανάκαμψη της οικονομίας. Εμείς θεωρούμε ότι αυτή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να μπουν θέματα καταναλωτικής διανομής των πλεονασμάτων που δημιουργούνται. Τα όποια πλεονάσματα πρέπει να κατευθυνθούν στην ανακούφιση των επιχειρήσεων που είναι οι μόνες οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, ώστε να ανακουφιστεί το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων. Η προτροπή μας αυτή δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να καλυφθούν όσοι λόγω της ταχύτατης δημοσιονομικής προσαρμογής αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης. Αλλά αν την ακολουθήσουμε, είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι θα αποδώσει τα μέγιστα στο κοινωνικό σύνολο και ότι θα εκτιμηθεί έμπρακτα από τους εταίρους μας στο ζήτημα της αναδιάρθρωσης τους χρέους.

Συμπερασματικά, η άποψή μας είναι ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι που συνιστούσαν να αναβάλουμε την επάνοδο της χώρας μας στις διεθνείς χρηματαγορές. Η κυβέρνηση, πιεζόμενη πολιτικά, βιάστηκε ώστε να μπορέσει μέσα από μια επιτυχία να βελτιώσει τις πιθανότητες παραμονής της στην εξουσία. Ευχόμαστε οι επιφυλάξεις που διατυπώσαμε πιο πάνω να διαψευστούν. Αλλά η διέξοδος στο αδιέξοδο που βρισκόμαστε δεν βρίσκεται στις διεθνείς χρηματαγορές. Βρίσκεται στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας μέσω άτεγκτης επιμονής στις διαρθρωτικές αλλαγές και στη δραστική μείωση του δημόσιου χρέους το οποίο έχει φθάσει τα 325 δισ. ευρώ. Γι’ αυτό, κάθε ενέργεια που αδυνατίζει τη δύναμη των επιχειρημάτων μας πρέπει να αποφεύγεται.

* Ο κ. Γεώργιος Κ. Μπήτρος είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
** Ο κ. Σπυρίδων Παρασκευόπουλος είναι καθηγητής Μακροοικονομικής, Πανεπιστήμιο της Λειψίας.