ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ευρώπη ως ζήτημα πολιτικής βούλησης

Λίγος χρόνος απομένει μέχρι τις ευρωπαϊκές εκλογές της 25ης Μαΐου. Η σημασία τους εξαιρετική σε πολιτικό επίπεδο. Θεωρητικά η ευρύτερη προεκλογική περίοδος θα μπορούσε να δώσει την ευκαιρία ενός ουσιαστικού διαλόγου γύρω από το παρόν και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει. Παρά το γεγονός ότι κατά την τελευταία τετραετία οι Ελληνες πολίτες κατακλύσθηκαν από πληροφόρηση, περί διαφόρων λειτουργιών των ευρωπαϊκών οργάνων, με επίκεντρο την ελληνική οικονομική κρίση, συζήτηση ουσίας δεν υπήρξε. Ετσι, οι εκατοντάδες υποψήφιοι εν ονόματι των κομμάτων τους προσπαθούν να συνδυάσουν την πρώτη προτεραιότητά τους, που είναι η προσωπική προβολή, με την όποια περί τα ευρωπαϊκά τοποθέτηση επιτρέπει το επίπεδο γνώσης τους. Τα κενά συμπληρώνονται σε ορισμένες περιπτώσεις από ανακρίβειες. Και πάντως οι περισσότεροι τονίζουν ότι η Ε.Ε. θα αλλάξει άρδην την επόμενη πενταετία χωρίς να εξηγούν τι ακριβώς φαντάζονται ότι θα γίνει.

Η σημερινή πραγματικότητα στην Ευρώπη, η απόκλιση των κρατών-μελών στην οικονομία και την κοινωνική ανάπτυξη και οι επιπτώσεις της κρίσης έπληξαν τις πιο ευάλωτες χώρες. Εκεί οι πολίτες βρίσκονται πραγματικά ενώπιον του βασικού διλήμματος: αυτή η Ευρώπη ή μια άλλη, διαφορετική. Προφανώς αυτή η Ευρώπη δεν ικανοποιεί πια τους Ευρωπαίους των χωρών της κρίσης και προβληματίζει σε κάποιο βαθμό εκείνων των χωρών «net payers». Ο διεθνής ανταγωνισμός, οι νέοι παίκτες στο προσκήνιο, οι στόχοι για την κοινωνία της γνώσης που δεν εκπληρώθηκαν και η ανησυχία για το μέλλον, δημιουργούν ανασφάλειες στους κοινωνικούς εταίρους, στις κυβερνήσεις, τα κόμματα και τους πολιτικούς.

Τι μπορεί να περιμένει κανείς την επόμενη πενταετία κρίνοντας με όρους Realpolitik; Από ποιες παραμέτρους εξαρτάται η προώθηση μιας Νέας Ευρώπης; Πρώτα απ’ όλα θα παίξει ρόλο η εικόνα των πολιτικών ομάδων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που θα εκλεγεί. Η πιθανολογούμενη αύξηση των δυνάμεων του λαϊκισμού και του ευρωσκεπτικισμού δεν θα επηρεάσει τόσο τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όσο τη διάθεση της ηγετικής ομάδας της Ευρώπης για αλλαγές. Σημασία θα αποκτήσει όχι τόσο ο αριθμός των ευρωβουλευτών αυτής της άποψης, όσο ο αριθμός των πολιτών που τους ψήφισαν. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες θα «μετρήσουν» πολύ τις κινήσεις τους υπό το φως αυτής της πραγματικότητας. Στις περισσότερες χώρες κάθε αλλαγή της Συνθήκης εγκρίνεται με δημοψήφισμα και αυτό «τρομάζει» τις ηγεσίες, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις μέχρι σήμερα περιπέτειες της έγκρισης κάθε τροποποιητικής Συνθήκης της Ε.Ε.

Ζήτημα που θα επηρεάσει είναι επίσης η σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρώπη. Η διεξαγωγή δημοψηφίσματος είναι πιθανή και όχι οπωσδήποτε σίγουρη, παρά την εξαγγελία Cameron. Πάντως, αν δεν υπάρξουν καθαρές ενδείξεις από βρετανικής πλευράς για μια σαφή τοποθέτηση στα θέματα εκχώρησης αρμοδιοτήτων στην Ενωση και εν τέλει παραμονής ή μη της Βρετανίας στην Ε.Ε., δύσκολα οι ευρωπαϊκές ηγεσίες θα κάνουν μεγάλο βήμα προς την ολοκλήρωση. Αν υποθέσουμε ότι λειτουργεί το «καλό» σενάριο, είναι πιθανή η δημιουργία μιας νέας Ευρωπαϊκής Συνέλευσης μετά το 2015, με την ίδια περίπου σύνθεση εκείνης του 2002 – 2003. Εν τω μεταξύ βέβαια, θα έχουν μεσολαβήσει εκλογές και σε άλλες χώρες της Ενωσης και θα μελετηθεί σε βάθος η επίπτωση του ευρωσκεπτικισμού στα νέα Κοινοβούλια που θα διαμορφωθούν.

Το ερώτημα είναι: οι αλλαγές που θα γίνουν στη Συνθήκη θα προχωρήσουν πέραν των τομεακών τροποποιήσεων της Συνθήκης, θα γίνει το μεγάλο βήμα για μια πραγματική διακυβέρνηση; Θα αποκτήσει ουσία η ευρωπαϊκή ιθαγένεια; Θα σταματήσει η διακυβερνητική λογική; Θα επεκταθεί παντού η κοινοτική μέθοδος; Οι προβλέψεις δεν επιτρέπουν μεγάλη αισιοδοξία. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπήρξε το μεγαλύτερο ειρηνικό εγχείρημα όχι μόνο στην ιστορία της Ευρώπης, αλλά στην ιστορία του κόσμου. Πολλοί βρίσκουν αυτή την ιστορική άποψη και κρίση υπερβολική ή υπερ-συναισθηματική, είναι όμως αλήθεια. Οι λαοί ξεχνούν εύκολα ότι για αιώνες η Ευρώπη υπήρξε η ήπειρος των εχθρών και ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δημιουργήθηκε επί κοινών αρχών και αξιών με βάση τις οποίες 500 εκατομμύρια πολιτών ζουν στο πλαίσιο της «ενότητας στη διαφορετικότητα». Μόνο, αν γνωρίζουμε από πού ερχόμαστε, θα ξέρουμε ποιοι είμαστε και πού πάμε. Πρέπει να κρατήσουμε τις μνήμες της ιστορίας μας ζωντανές και να τις περάσουμε στους νέους ανθρώπους, αφού είναι αυτοί που θα διαμορφώσουν το μέλλον και έτσι οι προηγούμενες εμπειρίες θα στηρίξουν τη δημιουργία του μέλλοντος.

Αν πραγματικά οι ευρωπαϊκές ηγεσίες μπορούσαν να πραγματοποιήσουν την υπέρβαση να αλλάξουν τα πράγματα δημιουργώντας μια ευρωπαϊκή διακυβέρνηση ανεξάρτητη από τα στενά συμφέροντα των επί μέρους χωρών, τότε ίσως οι λαοί να ακολουθούσαν με μεγαλύτερη ζέση. Θα έδειχναν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε ηγέτες – καθοδηγητές απ’ όση έχουν δείξει σε άτολμες και φοβισμένες ηγεσίες, αδύναμες να συνεννοηθούν συχνά για απλά θέματα. Το μεγάλο βάρος πέφτει πάντως στη Γερμανία. Αν η ισχυρότερη χώρα αισθανθεί την πίεση των μικροτέρων χωρών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μπορεί να κάνει κάποιο ουσιαστικό βήμα, αφού η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης ταυτίζεται ουσιαστικά με την εξέλιξη της σύγχρονης Γερμανίας. Και πάντως η ρήση της καγκελαρίου Μέρκελ ότι «αν πάει καλά η Ευρώπη, θα πάει καλά και η Γερμανία» κατά βάθος ισχύει για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

* Η κ. Μαριέττα Γιαννάκου είναι επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.